3.6.10

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ # 3.06.2010

Μικρό μνημόνιο κατά της βίας. Αεροδρόμιο Ελευσίνας 3.06.2010

Στους Πολυάνθηδες* αυτού του κόσμου και
στους ελεύθερους πολιορκημένους της λωρίδας της Γάζας
Σε όσους επέστρεψαν σήμερα από την ομηρεία ενός κρατικού μηχανισμού της βίας, αφιερώνω το κείμενο που ακολουθεί. 'Εχει τίτλο "Για μια κριτική της βίας" και γράφτηκε το 1921, τότε που το αυγό του φιδιού επωάζονταν και ο φόβος είχε αρχίζει να φωλιάζει παντού, προαναγγέλοντας την εποχή του ναζιστικού ζόφου που λίγα χρόνια μετά εκκολάφθηκε και άνοιξε διάπλατα τις πύλες της κόλασης για εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες στα μέτωπα του πολέμου και για 6 εκατομμύρια Εβραίους και διαφορετικούς ανθρώπους στα στρατόπεδα εξόντωσης που κατέστρεψαν κάθε ηθικό φραγμό και κατέστησαν περιττή και την ίδια την ποίηση . Το έγραψε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ενός μεγάλος στοχαστής και διανοούμενος του 20ου αιώνα, εβραϊκής καταγωγής, που αυτοκτόνησε στα γαλλοϊσπανικά σύνορα κυνηγημένος από τους ναζί το Σεπτέμβριο του 1940, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει στην Ευρώπη η επέλαση των δυνάμεων που μεταμόρφωσαν τον κόσμο σε τοπίο όπου για πολλά χρόνια η ανθρώπινη ζωή υπήρξε έρμαιο μιας διάθεσης που κατέστησε το κακό κοινοτοπία.

Το κείμενο αυτό αποτελεί την καλύτερη απάντηση ενός σπουδαίου πνεύματος και μια πρόσκληση διανοητικής εναντίωσης στις πρακτικές ενός ανάλγητου κρατικού μηχανισμού που στις αρχές του 21ου αιώνα λειτουργεί με πειρατικό τρόπο αρνούμενος να συμμορφωθεί στις καταστατικές διατυπώσεις του διεθνούς δικαίου, μόνου κοινά αποδεκτού πλαισίου που απόμεινε για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των οικουμενικών αξιών και της ύπαρξης...

Οdyss, 3.06.2010


Walter Benjamin**:
Για μια κριτική της βίας ***

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΟΥΜΕ το εγχείρημα μιας κριτικής της βίας ως έκθεση της σχέσης της με το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Διότι βία με την ακριβή έννοια της λέξης προκύπτει από μια ανεξαρτήτου αποτελέσματος αιτία μόνον όταν αυτή αρχίζει να επεμβαίνει στις ηθικές αξίες. Η σφαίρα των αξιών αυτών διέπεται από τις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης. Είναι σαφές, όσον αφορά την πρώτη απ' αυτές, ότι η σχέση μέσου-σκοπού είναι η πλέον θεμελιώδης σχέση σε οποιαδήποτε έννομη τάξη. Επιπλέον, ότι η βία απαντάται μόνο στην επικράτεια των μέσων, όχι των σκοπών. Αυτές οι διαπιστώσεις προσφέρουν περισσότερα εφόδια στην κριτική της βίας, και διαφορετικά μάλιστα, απ' ό,τι πιθανόν φαίνεται με μια πρώτη ματιά.

Διότι αν η βία είναι μέσο, τότε εμφανίζεται δίχως άλλο ένα σταθερό μέτρο για την κριτική της. Μέτρο που επιβάλλει το ερώτημα κατά πόσον οι σκοποί της βίας, σε δεδομένες περιπτώσεις, είναι δίκαιοι ή άδικοι. Έτσι όμως η κριτική της θα προέκυπτε απλώς από μια συστηματοποίηση των δίκαιων σκοπών, πράγμα που δεν συμβαίνει. Μια τέτοια συστηματοποίηση, έστω κι αν δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση, δεν θα περιλάμβανε ένα κριτήριο για την ίδια τη βία ως αρχή [Prinzip], αλλά ένα κριτήριο για τις περιπτώσεις άσκησης της. Έτσι, το ερώτημα αν η βία εν γένει, ως αρχή, είναι ηθική ως μέσο για την επίτευξη των δίκαιων σκοπών, παραμένει ανοιχτό. Το ερώτημα αυτό, για να απαντηθεί, απαιτεί ένα αυστηρότερο κριτήριο, μια διάκριση στη σφαίρα των ίδιων των μέσων, χωρίς να εξεταστούν οι σκοποί που αυτά υπηρετούν. Ο αποκλεισμός αυτού του ακριβέστερου κριτικού προβληματισμού χαρακτηρίζει μια μεγάλη τάση στη φιλοσοφία του δικαίου, αποτελώντας ίσως το κυριότερο γνώρισμα της: πρόκειται για το φυσικό δίκαιο. Στην εφαρμογή βίαιων μέσων για δίκαιους σκοπούς δεν βλέπει μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ όσο θα φαινόταν προβληματικό στον άνθρωπο το «δικαίωμα» του να κινεί το σώμα του προς έναν επιδιωκόμενο προορισμό. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση (η οποία χρησίμευσε ως ιδεολογική θεμελίωση της Τρομοκρατίας στη Γαλλική Επανάσταση) αν η βία είναι φυσικό προϊόν, όμοιο της πρώτης ύλης, δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη χρήση της, εξαιρουμένης της κατάχρησης της για την επίτευξη άδικων σκοπών.

Σύμφωνα με τη θεωρία περί κράτους του φυσικού δικαίου, όταν τα πρόσωπα αποποιούνται όλης της εξουσίας [Gewalt] τους για χάρη του κράτους, αυτό συμβαίνει υπό την προϋπόθεση (την οποία λόγου χάρη διατυπώνει ο Σπινόζα στη Θεολογικο-Πολιτική Πραγματεία) ότι κατά βάση καθένα, προ της συνάψεως του έλλογου τούτου συμβολαίου, ασκούσε de jure τη βία που de facto διέθετε. Αυτές οι θεωρήσεις αναβίωσαν πρόσφατα, πιθανόν μέσω της δαρβινικής βιολογίας, η οποία με το δογματικό της τρόπο θεωρεί τη βία ως το μοναδικό μέσο, πλην της φυσικής επιλογής, που είναι αρχέγονο και προσήκον σε όλους τους ζωτικούς σκοπούς της φύσης. Η δαρβινιστική αγοραία φιλοσοφία έχει συχνά δείξει πόσο μικρό είναι το βήμα από το φυσικοϊστορικό δόγμα μέχρι το ακόμα χονδροειδέστερο δικαιοφιλοσοφικό, ότι δηλαδή κάθε βία που προσήκει στους φυσικούς σκοπούς θεωρείται, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, νόμιμη. Αυτή η φυσικοδικαιϊκή θέση περί της βίας ως φυσικού δεδομένου, είναι διαμετρικά αντίθετη με τη θετικοδικαιϊκή περί της βίας ως ιστορικού γεγονότος.

Αν το φυσικό δίκαιο μπορεί να κρίνει κάθε υπαρκτό δίκαιο ασκώντας κριτική στους σκοπούς του, τότε το θετικό δίκαιο μπορεί να κρίνει κάθε μεταγενέστερο δίκαιο ασκώντας απλώς κριτική στα μέσα του. Αν η δικαιοσύνη είναι το κριτήριο των σκοπών, τότε η νομιμότητα είναι το κριτήριο των μέσων. Κι ενώ η αντίθεση αυτή παραμένει, οι δύο σχολές συναντώνται στο κοινό θεμελιακό τους δόγμα: οι δίκαιοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν μέσω νόμιμων μέσων, τα νόμιμα μέσα χρησιμοποιούνται για δίκαιους σκοπούς. Το φυσικό δίκαιο επιδιώκει μέσω της δίκαιης υπόστασης των σκοπών να «δικαιώσει» τα μέσα, το θετικό δίκαιο μέσω της νομιμότητας των μέσων να «κατοχυρώσει» τη δίκαιη υπόσταση των σκοπών. Η αντινομία αποβαίνει αδιέξοδη, αν η κοινή δογματική προϋπόθεση είναι λανθασμένη, αν αφενός τα νόμιμα μέσα και αφετέρου οι δίκαιοι σκοποί βρίσκονται σε σύγκρουση που δεν επιδέχεται συμβιβασμό. Όμως αν δεν εγκαταλειφθεί ο κυκλικός συλλογισμός και διατυπωθούν κριτήρια, ανεξάρτητα μεταξύ τους, τόσο για τους δίκαιους σκοπούς όσο και για τα νόμιμα μέσα, είναι αδύνατο να σχηματιστεί μια σαφής εικόνα. Η επικράτεια των σκοπών και παράλληλα η αναζήτηση ενός κριτηρίου δικαιοσύνης αποκλείεται εξαρχής απ' αυτή τη μελέτη. Αντίθετα, η μελέτη επικεντρώνεται στο ζήτημα της νομιμότητας των συγκεκριμένων μέσων που συνιστούν βία. Οι φυσικοδικαιϊκές αρχές δεν μπορούν να απαντήσουν αναφορικά με το ερώτημα αυτό˙ οδηγούν απλώς σε μια αβάσιμη καζουϊστική θεώρηση. Γιατί αν το θετικό δίκαιο παραβλέπει την απόλυτη φύση των σκοπών, έτσι και το φυσικό δίκαιο παραβλέπει την εξαρτημένη φύση των μέσων. Απ' την άλλη πλευρά, η θετική θεωρία του δικαίου είναι επαρκής ως υποθετική βάση κατά την αφετηρία της μελέτης, διότι δέχεται μια θεμελιώδη διάκριση όσον αφορά τα είδη της βίας, ανεξάρτητα από τις περιπτώσεις άσκησης της. Η διάκριση γίνεται ανάμεσα στην ιστορικά αναγνωρισμένη βία, τη λεγόμενη επικυρωμένη, και τη μη επικυρωμένη βία. Το γεγονός ότι οι ακόλουθες σκέψεις απορρέουν από την εν λόγω διάκριση, δεν σημαίνει φυσικά ότι οι όποιες περιπτώσεις βίας ταξινομούνται σύμφωνα με αυτή, ως προς το αν είναι ή δεν είναι επικυρωμένες. Διότι το μέτρο μιας κριτικής της βίας στο θετικό δίκαιο δεν έχει να κάνει με τις χρήσεις της, αλλά μόνο με την αποτίμηση τους. Αυτό που μας απασχολεί είναι τι προκύπτει σε σχέση με την ουσία της βίας εφόσον ένα τέτοιο μέτρο ή μια διάκριση είναι κάτι το εφικτό ή, με άλλα λόγια, τι σημασία έχει αυτή η διάκριση. Το αν έχει νόημα η εν λόγω θετικοδικαιϊκή διάκριση, αν είναι απολύτως βάσιμη και αναντικατάστατη, θα φανεί αρκετά σύντομα, ενώ ταυτοχρόνως θα φωτιστεί η συγκεκριμένη σφαίρα, στην οποία μπορεί να υπάρξει αποκλειστικά αυτή η διάκριση. Κοντολογίς: αν το μέτρο που θεσπίζει το θετικό δίκαιο για τη νομιμότητα της βίας μπορεί να αναλυθεί μόνο βάσει του νοήματος του, τότε η σφαίρα εφαρμογής του πρέπει να κριθεί μόνο βάσει της αξίας του. Η αφετηρία αυτής της κριτικής πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί εκτός της θετικής φιλοσοφίας του δικαίου, αλλά και εκτός του φυσικού δικαίου, θα φανεί κατά πόσο μια προσέγγιση του δικαίου αποκλειστικώς από ιστορικοφιλοσοφική σκοπιά μπορεί να προσφέρει αυτή την αφετηρία.

Η σημασία της διάκρισης της βίας σε νόμιμη και μη νόμιμη δεν καθίσταται άμεσα προφανής. Η φυσικοδικαιϊκή παρανόηση, ότι η διάκριση συνίσταται μεταξύ βίας με δίκαιους ή βίας με άδικους σκοπούς, πρέπει σαφώς να αντικρουστεί. Έχει μάλλον ήδη αναφερθεί ότι το θετικό δίκαιο απαιτεί από κάθε είδος βίας ένα τεκμήριο ιστορικής καταγωγής, από το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, προκύπτει η νομιμότητα της, η επικύρωση της. Επειδή η αναγνώριση της έννομης βίας καθίσταται εξόφθαλμη με την εθελούσια υποταγή στους σκοπούς της, η ύπαρξη ή η έλλειψη γενικότερης ιστορικής αναγνώρισης αυτών των σκοπών πρέπει να θεμελιώνει την υποθετική διάκριση μεταξύ των ειδών της. Οι σκοποί που στερούνται αυτής της αναγνώρισης, μπορούν να ονομαστούν φυσικοί σκοποί˙ οι άλλοι μπορούν να ονομαστούν έννομοι σκοποί. Μάλιστα, η διαφορετική λειτουργία της βίας, ανάλογα με το αν υπηρετεί φυσικούς ή έννομους σκοπούς, μπορεί να διαπιστωθεί με τον πιο παραστατικό τρόπο, όταν υπάρχει το υπόβαθρο συγκεκριμένων έννομων σχέσεων. Χάριν απλότητας, η περαιτέρω συζήτηση θα αφορά τις σημερινές ευρωπαϊκές συνθήκες. Σ’ αυτές τις έννομες σχέσεις επικρατεί η τάση, όσον αφορά το μεμονωμένο άτομο ως υποκείμενο δικαίου, να μη γίνονται δεκτοί οι φυσικοί σκοποί αυτού του ατόμου, σε κάθε περίπτωση που θα ήταν χρήσιμη η βία κατά την επιδίωξη τους. Αυτό σημαίνει, ότι η παρούσα έννομη τάξη επιμένει, σε όλους τους τομείς όπου οι ατομικοί σκοποί θα μπορούσαν να επιδιωχθούν με τη βία, να εγείρει έννομους σκοπούς, τους οποίους μόνο η έννομη βία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει. Επιμένει μάλιστα να περιορίζει μέσω των έννομων σκοπών ακόμα και τομείς όπου κατ’ αρχήν γίνεται δεκτή η ύπαρξη λιγότερο στενών ορίων των φυσικών σκοπών (όπως στον τομέα της εκπαίδευσης), προτού τέτοιοι φυσικοί σκοποί επιδιωχθούν με υπέρμετρη βία (όπως με τους νόμους περί ορίων στο εκπαιδευτικό δικαίωμα για την επιβολή τιμωριών).

Ως γενικό αξίωμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομοθεσίας μπορεί να διατυπωθεί το εξής: όλοι οι φυσικοί σκοποί των μεμονωμένων ατόμων πρέπει να προσκρούουν στους έννομους σκοπούς, εφόσον επιδιώκονται με περισσότερη ή λιγότερη βία (η αντίφαση στην οποία πέφτει εδώ το δικαίωμα αυτοάμυνας, θα ερμηνευτεί αφ’ εαυτού απ’ όσα θα ακολουθήσουν). Σύμφωνα με το εν λόγω γενικό αξίωμα προκύπτει, ότι το δίκαιο θεωρεί τη βία στα χέρια του μεμονωμένου ατόμου κίνδυνο που υπονομεύει την έννομη τάξη. Άραγε πρόκειται για έναν κίνδυνο που απειλεί να ακυρώσει τους έννομους σκοπούς και τους εκτελεστές του νόμου; Σίγουρα όχι' διότι, τότε δεν θα αποδοκιμαζόταν η ίδια η βία, αλλά μόνον εκείνη που στρέφεται προς παράνομους σκοπούς. Θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι ένα σύστημα έννομων σκοπών δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί, αν οπουδήποτε επιτρεπόταν ακόμη η επιδίωξη με τη βία φυσικών σκοπών. Ωστόσο, αυτό δεν θα έπαυε να είναι σκέτο δόγμα. Αντίθετα, θα έπρεπε να υπολογίσει το απροσδόκητο ενδεχόμενο το συμφέρον του δικαίου στο μονοπώλιο της βίας έναντι του μεμονωμένου ατόμου να μην εξηγείται μέσω της πρόθεσης του να διαφυλάξει τους έννομους σκοπούς, αλλά μάλλον μέσω της πρόθεσης του να διαφυλάξει το ίδιο το δίκαιο˙ ότι η βία, όταν δεν βρίσκεται στα χέρια του εκάστοτε δικαίου, απειλεί το ίδιο το δίκαιο, όχι λόγω των σκοπών τους οποίους τυχόν επιδιώκει, αλλά λόγω της εκτός δικαίου γυμνής ύπαρξης της. Η ίδια η υπόθεση ίσως καθίσταται σαφέστερη, αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνά η μορφή του «μεγάλου» εγκληματία, ακόμα και αν οι σκοποί του υπήρξαν ειδεχθείς, προκαλεί τον κρυφό θαυμασμό των κοινών ανθρώπων˙ θαυμασμός που δεν μπορεί να οφείλεται στην πράξη του, αλλά αποκλειστικά στη βία που αυτή δηλώνει. Στην περίπτωση αυτή, η βία την οποία επιχειρεί το παρόν δίκαιο να αφαιρέσει από το μεμονωμένο άτομο σε όλα τα πεδία δράσης, παρουσιάζεται πραγματικά απειλητική και συγκεντρώνει έναντι του δικαίου, ακόμα και στην ήττα, τη συμπάθεια του κοινού. Μέσω ποιας λειτουργίας εμφανίζεται δικαιολογημένα η βία τόσο απειλητική στο δίκαιο και πόσο μπορεί να τρομοκρατείται το δίκαιο από αυτή, θα φανεί ακριβώς σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες σύμφωνα με την παρούσα έννομη τάξη, επιτρέπεται ακόμα η εφαρμογή της.

Κατ’ αρχάς τέτοια είναι η περίπτωση της ταξικής πάλης, με τη μορφή του κατοχυρωμένου δικαιώματος απεργίας των εργαζομένων. Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι σήμερα, πλην του κράτους, το μοναδικό υποκείμενο δικαίου που έχει το δικαίωμα άσκησης βίας. Προβάλλεται βέβαια η ένσταση κατά της θεώρησης αυτής, ότι η παράλειψη πράξης, το μη πράττειν, κάτι που είναι σε τελική ανάλυση η απεργία, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ονομαστεί βία. Μια τέτοια συλλογιστική διευκόλυνε την κρατική εξουσία, όταν ήταν αναπόφευκτο πλέον, για να παραχωρήσει το δικαίωμα της απεργίας. Όμως αυτό δεν ισχύει άνευ όρων, γιατί δεν είναι απόλυτο. Αληθεύει ωστόσο ότι η παράλειψη πράξης, ή υπηρεσίας, όταν ισοδυναμεί απλώς με μια «διακοπή των σχέσεων», μπορεί να είναι εντελώς μη βίαιο, καθαρό μέσο. Και όπως δεν παραχωρείται σύμφωνα με τη θεώρηση του κράτους (ή του δικαίου), μαζί με το δικαίωμα απεργίας των εργαζομένων, κανένα δικαίωμα άσκησης βίας, αλλά δικαίωμα αποφυγής της βίας που θα ασκούσε ο εργοδότης έμμεσα, έτσι μπορεί απεργίες τέτοιου τύπου να συμβαίνουν κάπου κάπου και να σημαίνουν απλώς την «απομάκρυνση» ή την «αποξένωση» από τον εργοδότη. Η στιγμή όμως της βίας οπωσδήποτε φτάνει, και μάλιστα ως εκβιασμός, με μια τέτοια παράλειψη, με τη μορφή της συνειδητής προθυμίας, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, επανάληψης του ανασταλθέντος πράττειν, παρότι αυτές οι συνθήκες είτε δεν έχουν καμία σχέση με τούτο το πράττειν, είτε το αλλάζουν απλώς επιφανειακά. Μ' αυτή την έννοια, το δικαίωμα της απεργίας σύμφωνα με τη θεώρηση της εργατικής τάξης που αντιτίθεται σ' αυτή του κράτους, συνιστά δικαίωμα άσκησης βίας για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών. Η αντίθεση μεταξύ των δύο αντιλήψεων εκδηλώνεται με όλη της την οξύτητα ενόψει της επαναστατικής γενικής απεργίας. Σ’ αυτήν κάθε φορά που η εργατική τάξη θα επικαλείται το δικαίωμα της να απεργήσει, το κράτος θα ονομάζει αυτή την επίκληση καταχρηστική, εφόσον δεν «νοείται έτσι» το δικαίωμα της απεργίας και θα εκδίδει έκτακτα διατάγματα. Διότι είναι στη διακριτική του ευχέρεια να ορίσει ότι η ταυτόχρονη πραγματοποίηση απεργίας σ’ όλα τα εργοστάσια, αφού δεν έχει δοθεί στο καθένα απ' αυτά η απαιτούμενη εκ του νομοθέτη ειδική αφορμή, είναι παράνομη.

Σε τούτη τη διαφορά ερμηνείας εκφράζεται η αντικειμενική αντίφαση της νομικής κατάστασης, σύμφωνα με την οποία το κράτος αναγνωρίζει ένα είδος βίας, της οποίας οι σκοποί ως φυσικοί σκοποί είναι ενίοτε αδιάφοροι, όμως στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης (της επαναστατικής γενικής απεργίας) αντιμετωπίζονται εχθρικά. Ως βία, δηλαδή, χαρακτηρίζεται, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο με την πρώτη ματιά, ακόμη και η συμπεριφορά που είναι απαραίτητη για την άσκηση ενός δικαιώματος, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Μάλιστα, μια τέτοια συμπεριφορά, όποτε είναι ενεργητική, ονομάζεται βία, εφόσον ασκεί ένα δικαίωμα προκειμένου να ανατρέψει την έννομη τάξη που της το απένειμε, ενώ όταν είναι παθητική, μπορεί να χαρακτηριστεί το ίδιο, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω συλλογιστική συνιστά εκβιασμό. Ως εκ τούτου αυτό που αποκαλύπτεται είναι απλώς μια αντικειμενική αντίφαση της νομικής κατάστασης, όχι όμως μια λογική αντίφαση του δικαίου, όταν υπό συγκεκριμένες συνθήκες αντιμετωπίζει βιαιοπραγώντας τους βιαιοπραγούντες απεργούς. Διότι στην απεργία, περισσότερο απ’ όλα το κράτος τρέμει ακριβώς εκείνη τη λειτουργία της βίας, τη διακρίβωση της οποίας η παρούσα μελέτη προτάσσει ως το μοναδικό ασφαλές θεμέλιο της κριτικής της. Δηλαδή αν η βία ήταν, όπως αρχικά εμφανίζεται, το γυμνό μέσο με το οποίο επιδιώκεται να διασφαλιστεί άμεσα οτιδήποτε, τότε θα μπορούσε να εκπληρώσει τον σκοπό της μόνο ως ληστρική βία. Θα ήταν τελείως ακατάλληλη για να μετασχηματίσει ή να θεμελιώσει σχετικά παγιωμένες συνθήκες. Η απεργία όμως καταδεικνύει, ότι η βία έχει αυτή τη δυνατότητα, ότι είναι σε θέση να μετασχηματίσει ή να θεμελιώσει νομικές συνθήκες, όσο κι αν θίγεται το περί δικαίου αίσθημα μ' αυτήν. Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι μια τέτοια λειτουργία της βίας είναι τυχαία και ευκαιριακή.

Η προσεκτική εξέταση της πολεμικής βίας θα απέκρουε έναν τέτοιο ισχυρισμό. Το ενδεχόμενο ενός δικαίου του πολέμου στηρίζεται πάνω στις ίδιες αντικειμενικές αντιφάσεις της νομικής κατάστασης για το δίκαιο της απεργίας, δηλαδή στην επικύρωση από τα υποκείμενα δικαίου ειδών βίας, των οποίων οι σκοποί παραμένουν γι' αυτούς που τα επικυρώνουν φυσικοί σκοποί, ώστε εν συνεχεία να συγκρούονται με τους δικούς τους έννομους ή φυσικούς σκοπούς στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Πράγματι η πολεμική βία αρχικά χρησιμοποιείται, άμεσα, ως ληστρική βία για την επίτευξη των σκοπών της. Αλλά είναι αξιοσημείωτο το ότι ακόμη και -ή μάλλον ιδίως- σε πρωτόγονες συνθήκες, οι οποίες δεν έχουν καν γνωρίσει την εισαγωγή των σχέσεων κρατικής διοίκησης, και ακόμη σε περιπτώσεις όπου ο νικητής έχει αυτοαναγορευτεί ανεπιστρεπτί πλέον σε κύριο και νομέα, είναι εντελώς απαραίτητη μια τελετουργία ειρήνης. Μάλιστα η λέξη «ειρήνη» που η έννοια της συνδέεται με τη λέξη «πόλεμος» (υπάρχει επίσης και μια τελείως διαφορετική έννοια, τόσο μη μεταφορική όσο και πολιτική, εκείνη για την οποία κάνει λόγο ο Καντ στην «Αιώνια Ειρήνη»), παραπέμπει άμεσα σ’ ένα τέτοιο a priori και σε μια ανεξάρτητη από άλλες νομικές καταστάσεις αναγκαστική επικύρωση κάποιας νίκης. Η επικύρωση αυτή έγκειται ακριβώς στο ότι η νέα κατάσταση αναγνωρίζεται ως «δίκαιο», χωρίς να εξαρτάται καθόλου απ' το αν χρήζει ή όχι κάποιας de facto κατοχύρωσης για τη διαιώνιση της. Αν μπορεί λοιπόν να εξαχθεί ένα συμπέρασμα από την πολεμική βία, ως πρωταρχική και αρχετυπική κάθε βίας που χρησιμοποιείται για την επίτευξη φυσικών σκοπών, είναι ότι σ' αυτή ενοικεί ένας νομοθετικός χαρακτήρας. Θα επανέλθουμε αργότερα στις επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης. Εξηγεί την προαναφερθείσα τάση του σύγχρονου δικαίου να αφαιρέσει από το μεμονωμένο άτομο, τουλάχιστον ως υποκείμενο δικαίου, κάθε βία που χρησιμοποιείται ακόμη και για την επίτευξη φυσικών σκοπών. Στον μεγάλο εγκληματία αυτή η βία αντιπαρατάσσει στο δίκαιο την απειλή θέσπισης νέου δικαίου, απειλή που ακόμη και σήμερα, παρά την αδυναμία της, σε ορισμένες περιπτώσεις, τρομάζει το λαό έτσι όπως τον τρόμαζε στα πανάρχαια χρόνια. Όμως το κράτος φοβάται αυτή τη βία απλώς και μόνο επειδή είναι νομοθετική βία, καθώς είναι υποχρεωμένο να την αναγνωρίζει ως τέτοια οποτεδήποτε εξωτερικές δυνάμεις το πιέζουν να τους παραχωρήσει το δικαίωμα διεξαγωγής του πολέμου και οι τάξεις το δικαίωμα στην απεργία.

Αν στον πρόσφατο πόλεμο η κριτική της στρατιωτικής βίας έγινε σημείο αφετηρίας μιας παθιασμένης κριτικής της βίας γενικότερα, γεγονός που τουλάχιστον δίδαξε ένα πράγμα, ότι τη βία δεν την ασκεί πλέον ούτε την υπομένει κανείς με αφέλεια, έτσι και η τελευταία δεν έγινε αντικείμενο κριτικής μόνο ως νομοθετική, αλλά κρίθηκε, ίσως πιο ολέθρια, για μια άλλη λειτουργία της. Γιατί μια δυαδικότητα στη λειτουργία της βίας είναι χαρακτηριστική του μιλιταρισμού, ο οποίος πραγματοποιείται μόνο μέσω της γενικής επιστράτευσης. Μιλιταρισμός είναι η υποχρεωτική, γενικευμένη χρήση βίας ως μέσου για τους σκοπούς του κράτους. Αυτή η υποχρεωτική χρήση της βίας καταδικάζεται προσφάτως το ίδιο ή περισσότερο εμφατικά, απ' ότι η χρήση βίας καθεαυτή. Στον μιλιταρισμό η βία παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από εκείνη που έχει κατά την απλή χρήση της ως μέσο προς φυσικούς σκοπούς. Αυτή συνίσταται στη χρήση βίας ως μέσο προς έννομους σκοπούς. Διότι η πειθάρχηση των πολιτών στους νόμους -στη σχετική περίπτωση στο νόμο της γενικής επιστράτευσης- είναι έννομος σκοπός. Αν εκείνη η πρώτη λειτουργία της βίας είναι αυτή που νομοθετεί, που θεσπίζει δίκαιο, τούτη μπορεί να ονομαστεί βία που συντηρεί το δίκαιο. Αφότου η επιστράτευση είναι μια περίπτωση άσκησης της βίας που συντηρεί το δίκαιο και κατ' αρχήν δεν διακρίνεται από άλλες, μια πραγματικά αποτελεσματική κριτική της δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαντάζονται οι ρητορείες των ειρηνιστών και των ακτιβιστών. Πολύ περισσότερο συμπίπτει με την κριτική κάθε έννομης βίας, δηλαδή με την κριτική της ίδιας τηςνόμιμης ή εκτελεστικής εξουσίας και δεν είναι εφικτή σε καμιά περίπτωση με ένα πιο μετριοπαθές πρόγραμμα. Ούτε βεβαίως μπορεί να επιτευχθεί, εκτός αν θέλει κανείς να διακηρύξει έναν λίγο-πολύ νηπιακό αναρχισμό, μη αναγνωρίζοντας οποιονδήποτε εξαναγκασμό έναντι των ατόμων και δηλώνοντας «ότι μας αρέσει, επιτρέπεται». Το μόνο που κάνει ένα τέτοιο αξίωμα είναι να αποκλείει τον αναστοχασμό στην ηθικοϊστορική σφαίρα, πάνω στο κάθε νόημα του πράττειν και κατά συνέπεια πάνω στο κάθε νόημα της πραγματικότητας εν γένει, η οποία δεν μπορεί να συγκροτηθεί όταν το «πράττειν» αποκόπτεται από την επικράτεια του.

Περισσότερο όμως θα έπρεπε να μας απασχολεί το ότι ακόμη και η κατηγορική προσταγή, η επίκληση της οποίας επιχειρείται συχνά -με το αδιαμφισβήτητο πρόγραμμα: πράττε πάντοτε έτσι ώστε η ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπο σου όσο και στο πρόσωπο οποιουδήποτε άλλου, να σου χρησιμεύει ως σκοπός, ποτέ απλά ως μέσο- δεν επαρκεί καθεαυτή για τούτη την κριτική. Διότι το θετικό δίκαιο είναι εκείνο που θα απαιτήσει, αν έχει συνείδηση της καταγωγής του, να αναγνωρίσει και να προωθήσει το συμφέρον της ανθρωπότητας στο πρόσωπο του καθενός. Το συμφέρον αυτό το διαβλέπει στην απεικόνιση και τη συντήρηση μιας τάξης επιβεβλημένης από τη μοίρα. Κι όπως αυτή, που έχει λόγο να διαφυλάξει το δίκαιο, δεν μπορεί να διαφεύγει της κριτικής, έτσι και κάθε επίθεση απέναντι της είναι αδύναμη, όταν απλώς εκδηλώνεται εν ονόματι μιας άμορφης «ελευθερίας», χωρίς να μπορεί και να προσδιορίσει την ανώτερη τάξη πραγμάτων της ελευθερίας αυτής. Και είναι εντελώς αδύναμη όταν δεν επιτίθεται στην ίδια την έννομη τάξη από την κορυφή ως τα νύχια, αλλά μόνο σε ορισμένους νόμους ή νομικές πρακτικές που, βεβαίως, το δίκαιο τις θέτει υπό την προστασία της εξουσίας του, η οποία έγκειται στο ότι υφίσταται μία και μόνο μοίρα και πως ότι υπάρχει, και πιο συγκεκριμένα ότι απειλεί, πρέπει ν' ανήκει απαράβατα στη δική της τάξη πραγμάτων. Γιατί η ίδια η βία που συντηρεί το δίκαιο είναι μια απειλητική βία. Και μάλιστα η απειλή της δεν έχει την έννοια του εκφοβισμού όπως πιστεύουν οι απληροφόρητοι φιλελεύθεροι θεωρητικοί. Ο εκφοβισμός με την ακριβή έννοια του όρου αφενός απαιτεί μια βεβαιότητα που είναι αντίθετη με τη φύση της απειλής και αφετέρου δεν υλοποιείται με κανέναν νόμο, εφόσον υπάρχει πάντοτε η ελπίδα να ξεφύγει κανείς από τα χέρια του. Αυτό τον κάνει πολύ πιο απειλητικό, όπως συμβαίνει με τη μοίρα, στην οποία επαφίεται η σύλληψη του εγκληματία. Το βαθύτερο νόημα της αβεβαιότητας της έννομης απειλής, θα προκύψει τελικά από τη μετέπειτα εξέταση της σφαίρας της μοίρας, από την οποία και κατάγεται.
Ένας πολύτιμος οδηγός σχετικά μ' αυτό υπάρχει στην επικράτεια των ποινών. Απ' αυτές, από τότε που άρχισε να αμφισβητείται το κύρος του θετικού δικαίου, η κριτική προτίμησε να στραφεί κατά της θανατικής ποινής. Όσο κι αν τα επιχειρήματα της στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αγγίζουν την ουσία, άλλο τόσο τα κίνητρα της ήταν και είναι ζήτημα αρχής. Οι θιασώτες αυτής της κριτικής διαισθάνονταν, ίσως χωρίς να μπορούν να το αιτιολογήσουν και πιθανώς χωρίς και να το επιθυμούν, ότι οι βολές κατά της θανατικής ποινής δεν πλήττουν ένα νομικό μέτρο, ούτε τους νόμους, αλλά το ίδιο το δίκαιο στη ρίζα του. Δηλαδή αν η βία, η εστεμμένη από τη μοίρα βία, είναι η ρίζα του δικαίου, εύκολα εικάζει κανείς ότι όπου η υπέρτατη βία, η εξουσία [Gewalt] επί ζωής και θανάτου απαντάται στην έννομη τάξη, η ρίζα του νόμου προβάλλει ολοφάνερα και φρικιαστικά. Σε συμφωνία με τα παραπάνω βρίσκεται το ότι στις πρωτόγονες έννομες σχέσεις η θανατική ποινή επιβαλλόταν και σε αδικήματα όπως η προσβολή της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τα οποία μοιάζει να είναι «δυσανάλογη». Σκοπός της όμως δεν είναι η τιμωρία της νομικής παράβασης, αλλά η θέσμιση νέου δικαίου. Διότι με την άσκηση εξουσίας επί ζωής και θανάτου, περισσότερο απ’ ό,τι με οποιαδήποτε άλλη εκτέλεση νόμου, το δίκαιο αυτοεπιβεβαιώνεται. Όμως σ’ αυτή ακριβώς την εξουσία αποκαλύπτεται κάτι σάπιο στο δίκαιο, ιδιαιτέρως στους πλέον ευαίσθητους, γιατί αυτό γνωρίζει πώς να απομακρύνεται απεριόριστα από συνθήκες στις οποίες η μοίρα θα παρουσιαζόταν σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια με μια τέτοια καταδίκη. Η διάνοια [Verstand] όμως, πρέπει να προσεγγίσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα αυτές τις συνθήκες, αν θέλει να φέρει σε πέρας τόσο την κριτική της βίας που θεσπίζει, όσο και της βίας που συντηρεί το δίκαιο.

Σ' έναν πολύ πιο αφύσικο συνδυασμό από τη θανατική ποινή, ένα είδος φασματικής επιμειξίας, τα δύο αυτά είδη βίας απαντώνται σ' έναν άλλο θεσμό του σύγχρονου κράτους, την αστυνομία. Πρόκειται για μια βία με έννομους σκοπούς (με το δικαίωμα διαθέσεως), αλλά με την παράλληλη αρμοδιότητα να τους εντάσσει εντός διευρυμένων ορίων (με το δικαίωμα έκδοσης διαταγμάτων). Η ντροπή μιας τέτοιας αρχής, την οποία κατανοούν μόνο λίγοι, επειδή οι αρμοδιότητες της σπάνια φτάνουν στις πλέον βάναυσες παραβιάσεις και καθώς της επιτρέπεται να δρα στις ευπαθέστερες περιοχές και εναντίον των εχεφρόνων, απέναντι στους οποίους οι νόμοι δεν προστατεύουν το κράτος, έγκειται στο ότι ο διαχωρισμός μεταξύ βίας που θεσπίζει και βίας που συντηρεί το δίκαιο, όσον αφορά την εν λόγω αρχή, αίρεται. Αν από την πρώτη απαιτείται να αποδειχθεί ικανή νίκης, η δεύτερη υπόκειται στον περιορισμό ότι δεν θα θέσει νέους σκοπούς. Όσον αφορά και τους δύο αυτούς όρους, η αστυνομική εξουσία απαλλάσσεται της τήρησης τους. Θεσπίζει δίκαιο -καθώς χαρακτηριστική της λειτουργία δεν είναι η κοινοποίηση νόμων, αλλά η έκδοση διαταγμάτων που εγείρουν νομική αξίωση- και συντηρεί το δίκαιο, γιατί έχει σαν πρόθεση της αντίστοιχους σκοπούς. Ο ισχυρισμός ότι οι σκοποί της αστυνομικής εξουσίας ταυτίζονται παγίως ή απλώς και μόνο συνδέονται μ’ αυτούς του ευρύτερου δικαίου, είναι απολύτως αναληθής. Πολύ περισσότερο που το «δίκαιο» της αστυνομίας στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει το σημείο εκείνο όπου το κράτος, είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω των εμμένων συσχετισμών στο εσωτερικό κάθε έννομης τάξης, δεν μπορεί πλέον, μέσω αυτής της έννομης τάξης, να κατοχυρώσει τους εμπειρικούς σκοπούς που επιθυμεί με κάθε τίμημα να επιτύχει. Ως εκ τούτου, η αστυνομία επεμβαίνει σε πολυάριθμες περιπτώσεις «χάριν ασφαλείας» όπου δεν υφίσταται σαφής νομική κατάσταση, όταν -χωρίς την παραμικρή σχέση με έννομους σκοπούς- συνοδεύει τον πολίτη ως επονείδιστο βάρος μιας ζωής ήδη ρυθμιζόμενης από διατάξεις, ή, ακόμα χειρότερα, τον παρακολουθεί.

Σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει στην καθορισμένη από τον τόπο και το χρόνο «απόφαση» μια μεταφυσική κατηγορία, επιτρέποντας έτσι την κριτική, η εξέταση του θεσμού της αστυνομίας δεν καταλήγει σε τίποτα ουσιαστικό. Η εξουσία της είναι άμορφη, όπως η πουθενά απτή, αλλά ωστόσο διάχυτη, φασματική παρουσία της στη ζωή όλων των πολιτισμένων κρατών. Και ενώ η αστυνομία μπορεί μεμονωμένα να μοιάζει παντού ίδια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το πνεύμα της είναι λιγότερο καταστρεπτικό όταν εκπροσωπεί, στην απόλυτη μοναρχία, την εξουσία του άρχοντα (ο οποίος κατέχει και τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία), παρά στις δημοκρατίες που η ύπαρξη της, καθώς δεν προκύπτει από καμία τέτοια σχέση, μαρτυρά το μέγιστο εκφυλισμό βίας που μπορεί να συλλάβει κανείς. Κάθε μορφή βίας ως μέσο είναι είτε βία που θεσπίζει, είτε βία που συντηρεί το δίκαιο. Όταν δεν αξιώνει τίποτα απ' αυτά τα δύο, παραιτείται από κάθε εγκυρότητα. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι κάθε βία, ως μέσο, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, αποτελεί μέρος της προβληματικής του δικαίου καθεαυτού. Κι ενώ δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η σημασία της βίας στην παρούσα φάση της έρευνας, ωστόσο το δίκαιο εμφανίζεται από τα προειρηθέντα να έχει μια τόσο αμφιλεγόμενη ηθική υφή, ώστε να προκύπτει από μόνο του το ερώτημα για το κατά πόσο υπάρχουν, πλην των βίαιων, αλλά μέσα για τη διευθέτηση των συγκρουόμενων ανθρώπινων συμφερόντων. Πάνω απ’ όλα πρέπει να τονίσουμε ότι μια απολύτως μη βίαιη λύση διαφωνιών δεν καταλήγει ποτέ σε έννομο συμβόλαιο. Εκείνο είναι που τελικά οδηγεί, όσο ειρηνικά κι αν έχουν προσχωρήσει σ’ αυτό οι συμβαλλόμενοι, σε ενδεχόμενη βία. Γιατί απονέμει σε κάθε μέρος το δικαίωμα να χρησιμοποιεί έναντι του άλλου βία με οποιονδήποτε τρόπο, σε περίπτωση παράβασης του συμβολαίου. Και όχι μόνο αυτό: όπως η κατάληξη, έτσι και η απαρχή κάθε συμβολαίου παραπέμπει στη βία. Ωστόσο, η άμεση παρουσία της ως βίας που θεσπίζει δίκαιο, δεν είναι αναγκαία εντός του συμβολαίου, εκπροσωπείται όμως σ' αυτό στο βαθμό που η εξουσία [Macht] η οποία κατοχυρώνει το έννομο συμβόλαιο κατάγεται με τη σειρά της από τη βία, ακόμα κι αν αυτή η βία δεν ορίζεται ρητά στο συμβόλαιο.

Όσο μειώνεται η συνειδητοποίηση της λανθάνουσας παρουσίας της βίας εντός ενός νομικού θεσμού, τόσο αυτός παρακμάζει. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν σήμερα τα κοινοβούλια. Παρουσιάζουν τους γνωστούς αξιολύπητους θεατρινισμούς γιατί δεν διατήρησαν τη συνείδηση των επαναστατικών δυνάμεων στις οποίες οφείλουν την ύπαρξη τους. Στη Γερμανία ειδικότερα, η τελευταία εκδήλωση τέτοιων δυνάμεων απήλθε χωρίς συνέπειες για τα κοινοβούλια. Κι αυτό γιατί τους λείπει η αίσθηση της νομοθετικής βίας που εμπεριέχουν. Είναι επόμενο, λοιπόν, να μην παίρνουν αποφάσεις αντάξιες τέτοιας βίας, αλλά, μέσα σε συμβιβαστικά πλαίσια, να χειρίζονται μ' ένα δήθεν μη βίαιο τρόπο, τις πολιτικές υποθέσεις. Αυτό όμως παραμένει «προϊόν που εντάσσεται στη νοοτροπία της βίας, όσο κι αν απορρίπτεται κάθε απροκάλυπτη βία, γιατί η επιδίωξη που οδηγεί στον συμβιβασμό δεν κινητοποιείται αφ’ εαυτής, αλλά εξωτερικά και μάλιστα από την αντίθετη επιδίωξη, γιατί κανένας συμβιβασμός, όσο εκούσια κι αν επιλέγεται, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη κάποιου εξαναγκασμού. "Και μη χειρότερα" είναι η βαθύτερη αίσθηση πίσω από κάθε συμβιβασμό». Είναι σημαντικό το ότι η παρακμή των κοινοβουλίων ίσως αποξένωσε τόσα πνεύματα από το ιδεώδες της μη βίαιης διευθέτησης των πολιτικών διαφορών, όσα αντιστοίχως οδήγησε ο πόλεμος σ’ αυτό. Στους ειρηνιστές αντιπαρατάσσονται οι μπολσεβίκοι και οι συνδικαλιστές. Έχουν ασκήσει μια ανελέητη και καθ' όλα επιτυχημένη κριτική στα σημερινά κοινοβούλια. Ωστόσο, όσο επιθυμητό και ευπρόσδεκτο μπορεί να είναι ένα συγκριτικά αξιόλογο κοινοβούλιο, μια συζήτηση για τα μέσα της πολιτικής συμφωνίας που κατ' αρχήν θα είναι μη βίαια, δεν μπορεί να ασχολείται με τον κοινοβουλευτισμό. Γιατί το μόνο που καταφέρνει ο κοινοβουλευτισμός σε ζωτικές υποθέσεις, είναι έννομες διατάξεις που εν τη γενέσει και την κατάληξη τους, συνοδεύονται από τη βία. Είναι, όμως, η μη βίαιη λύση των συγκρούσεων εφικτή; Χωρίς αμφιβολία. Οι σχέσεις μεταξύ ιδιωτών βρίθουν σχετικών παραδειγμάτων. Η μη βίαιη συμφωνία απαντάται παντού όπου η καλλιέργεια της ψυχής προσφέρει στους ανθρώπους ανόθευτα μέσα συμφωνίας.

Στα νόμιμα και παράνομα μέσα κάθε είδους, τα οποία χωρίς εξαίρεση αποτελούν βία, μπορούν να αντιταχθούν, ως ανόθευτα μέσα, τα μη βίαια. Η ευγένεια της ψυχής, η συμπάθεια, η αγάπη για την ειρήνη, η εμπιστοσύνη και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αναφερθεί στην προκειμένη περίπτωση, είναι τα υποκειμενικά προαπαιτούμενα τους. Η αντικειμενική τους εκδήλωση όμως καθορίζεται από τον νόμο (του οποίου η τεράστια σπουδαιότητα δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ), ότι τα ανόθευτα μέσα δεν αφορούν ποτέ άμεσες, παρά μόνον έμμεσες λύσεις. Επομένως δεν αναφέρονται ποτέ άμεσα στη διευθέτηση της σύγκρουσης ανθρώπου με άνθρωπο, αλλά μόνο σ’ εκείνη που αφορά αντικείμενα. Η επικράτεια των μη βίαιων μέσων αποκαλύπτεται στη σφαίρα των ανθρώπινων συγκρούσεων σε σχέση με τα αγαθά. Για τον λόγο αυτό, η τεχνική με την ευρύτερη έννοια του όρου, είναι το πλέον συγκεκριμένο πεδίο τους. Το πιο απτό παράδειγμα είναι ίσως η σύσκεψη, που θεωρείται μια τεχνική για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των πολιτών. Σ’ αυτήν δηλαδή όχι μόνο ο μη βίαιος συμβιβασμός είναι εφικτός, αλλά και ο κατ’ αρχήν αποκλεισμός της βίας είναι σαφώς ευαπόδεικτος μέσω μιας σημαντικής αρχής: της ατιμωρησίας του ψέματος. Δεν υπάρχει ίσως καμιά νομοθεσία στον κόσμο που να το τιμωρεί πρωτογενώς. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει σε κάποιο βαθμό μια ειρηνική σφαίρα ανθρώπινης συμφωνίας, στην οποία η βία δεν έχει καμία πρόσβαση: στη σφαίρα της «συνεννόησης» καθαυτής, στη γλώσσα. Μόνο πολύ αργότερα και σε μια ιδιόμορφη διαδικασία παρακμής, εισχώρησε η έννομη βία, τιμωρώντας την απάτη. Ενώ δηλαδή η έννομη τάξη στις απαρχές της, βασιζόμενη στη νικητήρια εξουσία της, ικανοποιούνταν πατάσσοντας την παρανομία όπου εμφανιζόταν και η απάτη -καθώς δεν ενέχει καθόλου βία εντός της- παρέμενε σύμφωνα με τη βασική αρχή ius civile vigilantibus scriptum est ατιμώρητη στο ρωμαϊκό και παλαιό τευτονικό δίκαιο, το δίκαιο μιας όψιμης εποχής, έχοντας απωλέσει την εμπιστοσύνη στην ίδια του τη βία, δεν θεώρησε τον εαυτό του ικανό να ανταπεξέλθει, όπως το πρότερο δίκαιο, στη βία των άλλων. Έτσι, ο φόβος ενώπιον της βίας και η έλλειψη αυτοπεποίθησης, σηματοδοτούν τον κλονισμό του δικαίου. Αρχίζει, λοιπόν, να θέτει σκοπούς με την προοπτική να εμποδίσει εντονότερες εκδηλώσεις της βίας που συντηρεί το δίκαιο. Επομένως αντιτίθεται στην απάτη όχι βάσει ηθικών λόγων, αλλά από τον φόβο για τις βιαιοπραγίες στις οποίες πιθανόν θα προέβαινε ο εξαπατημένος. Καθώς ένας τέτοιος φόβος βρίσκεται σε αντίθεση με την ίδια την πρωταρχικά βίαιη φύση του δικαίου, τέτοιοι σκοποί δεν ταιριάζουν με τα νόμιμα μέσα του δικαίου. Δεν εκφράζουν μόνο την παρακμή της ίδιας της σφαίρας του δικαίου, αλλά ταυτόχρονα και την έκπτωση των καθαρών μέσων. Διότι το δίκαιο απαγορεύοντας την απάτη, περιορίζει τη χρήση των απόλυτα μη βίαιων μέσων, με το σκεπτικό ότι παράγουν εν δυνάμει βία ως μορφή αντίδρασης.

Η εν λόγω τάση του δικαίου έχει συμβάλλει επίσης στον περιορισμό του δικαιώματος απεργίας που αντιτίθεται στα συμφέροντα του κράτους. Ο νόμος παραχωρεί αυτό το δικαίωμα, επειδή αποτρέπει βίαιες ενέργειες τις οποίες φοβάται να αντιμετωπίσει. Παλαιότερα οι εργάτες επιδίδονταν αμέσως σε σαμποτάζ και πυρπολούσαν τα εργοστάσια. Για να παρακινηθούν οι άνθρωποι προς μια ειρηνική διευθέτηση των συμφερόντων τους χωρίς την ανάμιξη της έννομης τάξης, υπάρχει τελικά ένα αποτελεσματικό κίνητρο ανεξαρτήτως αρετών, το οποίο προσφέρει αρκετά συχνά, ακόμα και στην πιο αδύναμη θέληση, καθαρά αντί για βίαια μέσα: είναι ο φόβος των αμοιβαίων απωλειών που μπορεί να προκαλέσει μια βίαιη αντιπαράθεση, ανεξαρτήτως έκβασης. Τέτοια κίνητρα είναι εμφανή σήμερα στη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ιδιωτών σε αναρίθμητες περιπτώσεις. Τα πράγματα διαφέρουν όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τάξεων και εθνών, οπότε η ανώτερη τάξη πραγμάτων που απειλεί να επιβληθεί σε «νικητές» και «ηττημένους», διαφεύγει της αίσθησης αρκετών και της αντίληψης σχεδόν όλων. Εν προκειμένω, η αναζήτηση μιας τέτοιας ανώτερης τάξης πραγμάτων και των κοινών συμφερόντων που αντιστοιχούν σ' αυτή και που προσφέρει ένα μόνιμο κίνητρο για μια πολιτική καθαρών μέσων, θα οδηγούσε πολύ μακριά. Ως εκ τούτου, θα ήταν προτιμότερο να γίνει μνεία μόνο στα καθαρά μέσα της ίδιας της πολιτικής σε αναλογία προς εκείνα που διέπουν την ειρηνική συναναστροφή μεταξύ ιδιωτών.

Όσον αφορά τους ταξικούς αγώνες, σ’ αυτούς η απεργία θα πρέπει να επέχει υπό ορισμένες συνθήκες θέση καθαρού μέσου. Δύο ουσιωδώς διαφορετικοί τύποι απεργίας, τα ενδεχόμενα των οποίων έχουν ήδη ληφθεί υπόψη, χρήζουν στο σημείο αυτό λεπτομερέστερης ανάλυσης. Οφείλουμε τον διαχωρισμό αυτόν στον Σορέλ, ο οποίος τον επιχείρησε πρώτος, βάσει περισσότερο πολιτικών, παρά αμιγώς θεωρητικών σκέψεων. Αντιπαραθέτει την πολιτική στην προλεταριακή γενική απεργία. Ανάμεσα τους υφίσταται επίσης μια αντίθεση όσον αφορά τη σχέση με τη βία. Στους θιασώτες της πρώτης λέει: «η ενίσχυση της κρατικής εξουσίας είναι η βάση των αντιλήψεων τους. Στις σημερινές οργανώσεις τους οι πολιτικοί (βλ. μετριοπαθείς σοσιαλιστές) ήδη προετοιμάζουν την υποδομή μιας σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωτικής και πειθαρχημένης εξουσίας, απέναντι στην οποία δεν θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο καμιά αντιπολιτευτική κριτική και η οποία γνωρίζει να επιβάλλει τη σιωπή και να θεσπίζει ψευδή διατάγματα». «Η πολιτική γενική απεργία... δείχνει πώς το κράτος δεν θα χάσει τίποτα από την ισχύ του, πώς η μάζα των παραγωγών θα αλλάξει απλά τους αφέντες της». Έναντι αυτής της γενικής απεργίας (η οποία τυπολογικά φαίνεται, παρεμπιπτόντως, να μοιάζει στην περασμένη γερμανική επανάσταση), η προλεταριακή απεργία θεωρεί ως μοναδικό της έργο την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. «Αποκλείει όλες τις ιδεολογικές συνέπειες κάθε πιθανής κοινωνικής πολιτικής" οι θιασώτες της θεωρούν μπουρζουάδικες ακόμα και τις πιο δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις». Αυτή η γενική απεργία αναγγέλλει με απόλυτη σαφήνεια την αδιαφορία της έναντι των υλικών κερδών των διεκδικήσεων, δηλώνοντας ότι επιθυμεί την κατάλυση του κράτους˙ το κράτος είναι πράγματι... η βάση για την ύπαρξη των κυρίαρχων ομάδων που επωφελούνται από κάθε εγχείρημα, τα βάρη του οποίου φέρει το σύνολο».

Ενώ η πρώτη μορφή διακοπής της εργασίας συνιστά βία, καθώς προκαλεί μονάχα μια εξωτερική τροποποίηση των συνθηκών εργασίας, η δεύτερη, ως καθαρό μέσο είναι μη βίαιη, καθώς δεν αναλαμβάνεται με την πρόθεση επιστροφής στην εργασία μετά από εξωτερικές παραχωρήσεις και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις των συνθηκών εργασίας, αλλά με την απόφαση επιστροφής μόνο σε μια εργασία εξολοκλήρου αλλαγμένη, μια εργασία την οποία δεν επιβάλλει το κράτος, μια ανατροπή, που αυτός ο τύπος απεργίας δεν την προκαλεί, αλλά μάλλον την πραγματώνει. Γι' αυτό και το πρώτο εξ αυτών των εγχειρημάτων είναι νομοθετικό, ενώ το άλλο, αντιθέτως, αναρχικό. Ακολουθώντας τις σχετικές δηλώσεις του Μαρξ, ο Σορέλ αρνείται κάθε είδος προγράμματος, ουτοπίας, με μια λέξη νομοθεσίας για το επαναστατικό κίνημα: «Με την γενική απεργία εξαφανίζονται όλα αυτά τα ωραία πράγματα. Η επανάσταση εμφανίζεται ως μια σαφής, απλή εξέγερση και δεν υπάρχει χώρος για τους κοινωνιολόγους ή τους εκλεπτυσμένους ερασιτέχνες των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ούτε ακόμη για τους διανοούμενους, οι οποίοι έχουν κάνει επάγγελμα το να σκέπτονται για λογαριασμό του προλεταριάτου». Σ’ αυτή τη βαθιά, ηθική και πραγματικά επαναστατική σύλληψη δεν μπορεί να αντιταχθεί καμία σκέψη που θα ήθελε να στιγματίσει μια τέτοια γενική απεργία σαν βία, λόγω των ενδεχόμενων καταστροφικών συνεπειών της.

Και αν κάποιος δικαίως ισχυριζόταν ότι η σύγχρονη οικονομία, ιδωμένη ως όλον, δεν μοιάζει τόσο με μηχανή που βγαίνει εκτός λειτουργίας όταν την εγκαταλείψει ο θερμαστής της, όσο με θηρίο που αναπαύεται μόλις ο δαμαστής του γυρίσει την πλάτη, άλλο τόσο η βιαιότητα μιας πράξης δεν μπορεί να κριθεί βάσει των αποτελεσμάτων ή των σκοπών της, παρά μόνο βάσει του νόμου των μέσων της. Η κρατική εξουσία βέβαια, η οποία βλέπει μόνο τα αποτελέσματα, εναντιώνεται στη γενική απεργία για την υποτιθέμενη βία της, σε αντίθεση με τις μερικές απεργίες που πράγματι είναι εκβιαστικές σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Ο Σορέλ έδειξε με ευφυέστατο τρόπο κατά πόσο μια τόσο δραστική σύλληψη της γενικής απεργίας ως τέτοιας, ενδείκνυται για τη μείωση της ανάπτυξης της ουσιαστικής βίας στις επαναστάσεις. Αντιθέτως, μια εξαιρετική περίπτωση βίαιης παράλειψης, πιο ανήθικης και ωμότερης από την πολιτική γενική απεργία, συγγενής του αποκλεισμού, είναι η απεργία των γιατρών, όπως την έχουν βιώσει οι περισσότερες γερμανικές πόλεις. Σ’ αυτήν αποκαλύπτεται με τον πλέον ειδεχθή τρόπο μια αδίστακτη (και διεφθαρμένη) εφαρμογή της βίας και μάλιστα από μια επαγγελματική τάξη η οποία επί σειρά ετών, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια αντίστασης, «εξασφάλιζε στον θάνατο τη λεία του» και εγκατέλειπε στη συνέχεια αυτοβούλως και με την πρώτη ευκαιρία τη ζωή.

Συγκριτικά με τους πρόσφατους ταξικούς αγώνες, η ανάπτυξη μέσων ειρηνικής συμφωνίας ήταν πολύ πιο συγκεκριμένη στην πολυετή ιστορία των κρατών. Μόνο περιστασιακά το καθήκον των διπλωματών, κατά τις διαβουλεύσεις τους, έγκειται στην τροποποίηση της έννομης τάξης. Βασικά οφείλουν, κατ’ αναλογία προς τις συμφωνίες μεταξύ ιδιωτών, να επιλύουν κατά περίπτωση τις διαφορές στο όνομα των κρατών τους, ειρηνικά και χωρίς συμβάσεις. Πρόκειται για ένα λεπτό ζήτημα, που επιλύεται αποτελεσματικότερα μέσω διαιτητικών δικαστηρίων, μια μέθοδος λύσης όμως, που είναι θεμελιωδώς ανώτερη από τη διαιτησία, επειδή βρίσκεται πέρα από κάθε έννομη τάξη και επομένως βία. Έτσι, όπως στις επαφές μεταξύ ιδιωτών και οι διπλωμάτες έχουν δημιουργήσει αντίστοιχους τύπους και αξίες, οι οποίες δεν είναι απλώς τυπικότητες, ακόμη κι αν έχουν καταστεί τέτοιες. Ανάμεσα σε όλα τα είδη της βίας που αναγνωρίζουν το φυσικό και το θετικό δίκαιο, δεν υπάρχει ούτε ένα που να διαφεύγει του έντονου προβληματισμού για κάθε έννομη βία. Επειδή, ωστόσο, κάθε πιθανή λύση των ανθρώπινων προβλημάτων και πόσο μάλλον μια λύτρωση από τους περιορισμούς όλων των κοσμοϊστορικών συνθηκών που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, είναι αδύνατη αν εξαλειφθεί για λόγους αρχής η βία, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν άλλοι τρόποι βίας εκτός από αυτούς που προβλέπει μια θεωρία του δικαίου. Πρόκειται παράλληλα για το ζήτημα του κατά πόσο αληθεύει η βασική αρχή που είναι κοινή και στις δύο θεωρίες, δηλαδή οι δίκαιοι σκοποί πρέπει να επιτυγχάνονται με νόμιμα μέσα, τα νόμιμα μέσα χρησιμοποιούνται για δίκαιους σκοπούς.

Τι θα συνέβαινε λοιπόν, αν η βία, η επιβεβλημένη από τη μοίρα, χρησιμοποιώντας νόμιμα μέσα, ερχόταν σε σύγκρουση, ανεπίδεκτη συμβιβασμού, με τους δίκαιους σκοπούς και αν ταυτοχρόνως προέκυπτε μια βία διαφορετικού είδους, η οποία δεν θα ήταν, προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι σκοποί, ούτε νόμιμο ούτε παράνομο μέσο, ούτε θα συνδεόταν μαζί τους ως μέσο, αλλά με κάποιον διαφορετικό τρόπο; Έτσι θα φωτιζόταν η περίεργη και κυρίως αποθαρρυντική ανακάλυψη της έσχατης αδυναμίας επίλυσης όλων των προβλημάτων του δικαίου (η απελπισία της οποίας είναι συγκρίσιμη μόνο με την αδυναμία ύπαρξης μιας λακωνικής απόφανσης σχετικά με το «ορθό» και το «λάθος» στις μεταγενέστερες γλώσσες).

Συνεπώς σχετικά με τη δικαίωση των μέσων και τη δίκαιη φύση των σκοπών δεν μπορεί ποτέ να αποφανθεί ο λόγος, αλλά στην πρώτη περίπτωση αποφαίνεται η επιβεβλημένη από τη μοίρα βία και στη δεύτερη ο θεός. Μια εντύπωση ασυνήθιστη επειδή ακριβώς επικρατεί η επίμονη συνήθεια οι δίκαιοι αυτοί σκοποί να θεωρούνται σκοποί ενός πιθανού δικαίου, δηλαδή όχι μόνον ότι έχουν γενική ισχύ (κάτι που προκύπτει αναλυτικά από τη φύση της δικαιοσύνης), αλλά επίσης ότι μπορούν να γενικευθούν, γεγονός που όπως φαίνεται αντιτίθεται στη φύση της δικαιοσύνης. Καθώς για σκοπούς που σε συγκεκριμένες συνθήκες θεωρούνται δίκαιοι, γενικά αποδεκτοί και έγκυροι, δεν ισχύει το ίδιο σε καμιά άλλη περίπτωση, ανεξαρτήτως της ομοιότητας τους υπό άλλη οπτική γωνία. Μια μη μεσολαβημένη λειτουργία της βίας, για την οποία γίνεται λόγος εδώ, είναι ήδη εμφανής στην καθημερινή εμπειρία. Ο άνθρωπος οδηγείται, παραδείγματος χάρη, από το θυμό σε μεγάλες εκρήξεις βίας, βίας που δεν αποτελεί μέσο για κάποιον προσχεδιασμένο σκοπό. Δεν είναι μέσο, αλλά εκδήλωση. Παραπέρα, η βία αυτή παρουσιάζει εντελώς αντικειμενικές εκδηλώσεις, οι οποίες υπόκεινται σε κριτική. Αυτές οι εκδηλώσεις απαντώνται κυρίως στον μύθο.

Η μυθική βία στην αρχετυπική μορφή της είναι αμιγής εκδήλωση των θεών. Όχι μέσο προς επίτευξη των σκοπών τους και ακόμη λιγότερο εκδήλωση της θέλησης τους, αλλά κυρίως εκδήλωση της ύπαρξης τους. Ο μύθος της Νιόβης αποτελεί έξοχο παράδειγμα. Μάλιστα, θα μπορούσε η πράξη του Απόλλωνα και της Άρτεμης να είναι απλά μια τιμωρία. Όμως η βία που ασκούν, πολύ περισσότερο εγκαθιδρύει ένα δίκαιο, παρά τιμωρεί την παραβίαση ενός ήδη υφιστάμενου. Η αλαζονεία της Νιόβης προκαλεί συμφορά όχι επειδή παραβιάζει το δίκαιο, αλλά επειδή προκαλεί τη μοίρα, σ’ έναν αγώνα στον οποίο η μοίρα πρέπει να νικήσει και είναι σε θέση να αναδείξει κάποιας μορφής δίκαιο, μόνο αν θριαμβεύσει. Το ότι η θεϊκή βία δεν ήταν, κατά την αντίληψη των αρχαίων, η τιμωρητική βία που συντηρεί το δίκαιο, το δείχνουν οι ηρωικοί μύθοι στους οποίους ο πρωταγωνιστής, όπως παραδείγματος χάρη ο Προμηθέας, με αξιοπρεπές θάρρος προκαλεί τη μοίρα, την αντιμάχεται παρά τα κάθε λογής απρόοπτα, ενώ η αφήγηση του αφήνει την ελπίδα πως κάποτε θα φέρει στους ανθρώπους ένα νέο δίκαιο. Ακριβώς αυτόν τον ήρωα και την έννομη βία του αρχέγονου μύθου του ανακαλεί ο λαός ακόμα και σήμερα, όταν θαυμάζει τους μεγαλύτερους παράνομους. Επομένως η βία ξεσπά πάνω στη Νιόβη από την αβέβαιη, αμφίσημη σφαίρα της μοίρας. Κατά βάση δεν είναι ολέθρια. Παρόλο που επιφέρει αιματηρό θάνατο στα παιδιά της Νιόβης, διστάζει όσον αφορά τη ζωή της μάνας, την οποία αφήνει πίσω περισσότερο ένοχη από πριν, μέσω του θανάτου των παιδιών της, ως αιώνιο, σιωπηλό φορέα της ενοχής αλλά και ως ένδειξη του ορίου μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Αν αυτή η άμεση βία, στις μυθικές εκδηλώσεις της εμφανίζει στενή σχέση και ουσιαστικά ταυτίζεται με τη νομοθετική βία, γεννάται μια προβληματική όσον αφορά τη νομοθετική βία, εφόσον αυτή προηγουμένως χαρακτηρίστηκε, στην περιγραφή της πολεμικής βίας, απλώς ως μεσολαβητική βία. Ταυτόχρονα, ο συσχετισμός αυτός υπόσχεται να φωτίσει περαιτέρω τη μοίρα, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις υπολανθάνει της έννομης βίας και σε γενικές γραμμές να ολοκληρώσει την κριτική της. Η λειτουργία της βίας στη νομοθεσία είναι διττή, με την έννοια ότι η νομοθεσία επιδιώκει ως σκοπό της, με τη βία ως μέσο, αυτό που θα εδραιωθεί ως δίκαιο, όμως την ίδια τη στιγμή της εφαρμογής του η βία δεν απορρίπτεται˙ αλλά ακριβώς τη στιγμή της νομοθέτησης, θεσπίζεται συγκεκριμένα ως νόμος όχι ένας σκοπός ανεξάρτητος από τη βία, αλλά ένας αναγκαστικά και στενά συνδεδεμένος μαζί της, υπό τον τίτλο της εξουσίας. Η θέσπιση του δικαίου είναι εγκαθίδρυση εξουσίας και, στο πλαίσιο αυτό, άμεση εκδήλωση βίας. Η δικαιοσύνη είναι η αρχή [Prinzip] κάθε θεϊκής θέσης σκοπών και η εξουσία αρχή [Prinzip] κάθε μυθικής θέσπισης νόμων.

Μια εφαρμογή της δεύτερης αρχής με τρομερές συνέπειες συναντάται στο πολιτειακό δίκαιο. Στον τομέα αυτό, η χάραξη των συνόρων, δηλαδή το καθήκον «ειρηνικής» κατάληξης όλων των πολέμων της μυθικής εποχής, είναι το πρωταρχικό φαινόμενο κάθε νομοθετικής βίας. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται καθαρά ότι αυτό που εγγυάται κάθε νομοθετική βία περισσότερο από κάθε απόκτηση ιδιοκτησίας, είναι η εξουσία.

Όπου χαράσσονται τα σύνορα, ο αντίπαλος δεν εκμηδενίζεται εντελώς, του αναγνωρίζονται δικαιώματα, ακόμα και όταν η εξουσία του νικητή είναι απόλυτη. Και μάλιστα, κατά διαβολική αμφισημία, «ίσα» δικαιώματα: και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη υπάρχει η ίδια γραμμή την οποία δεν επιτρέπεται να περάσει κανείς. Στην προκειμένη περίπτωση, εμφανίζεται σε τρομερά πρωτόγονη μορφή η ίδια μυθική αμφισημία των νόμων που δεν επιτρέπεται να υπερβεί κανείς, στην οποία αναφέρεται με σατυρική διάθεση ο Ανατόλ Φρανς λέγοντας: «Απαγορεύεται εξίσου σε φτωχούς και πλούσιους η διανυκτέρευση κάτω από γέφυρες». Επίσης φαίνεται ότι ο Σορέλ θίγει μια όχι μόνο πολιτισμικοϊστορική, αλλά και μια μεταφυσική αλήθεια, όταν υποθέτει ότι αρχικά κάθε δίκαιο ήταν «προ»-νόμιο των βασιλέων ή των ευγενών, εν ολίγοις των ισχυρών˙ και αυτό παραμένει έτσι mutatis mutandis, όσο συνεχίζει να υφίσταται. Επειδή, από την πλευρά της βίας, που είναι σε θέση από μόνη της να εγγυηθεί το δίκαιο, δεν υπάρχει ισότητα, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ισοδυναμία ως προς τη βία. Η πράξη της χάραξης των συνόρων είναι όμως σημαντική για την κατανόηση του δικαίου από μια άλλη οπτική γωνία. Οι νόμοι και τα χαραγμένα σύνορα παρέμεναν, τουλάχιστον στα αρχαία χρόνια, άγραφοι νόμοι. Ο άνθρωπος μπορούσε να τους υπερβεί χωρίς να το καταλάβει και τότε υπόκειται σε εξιλασμό.

Γιατί η παρέμβαση του δικαίου που προκαλεί η παράβαση του άγραφου και άγνωστου νόμου δεν ονομάζεται τιμωρία, αλλά εξιλασμός. Όμως, αν και λόγω ατυχίας πλήττεται κάποιος ανυποψίαστος, αυτό με τη λογική του δικαίου δεν θεωρείται συγκυριακό, αλλά μοίρα, που για μια ακόμα φορά παρουσιάζει εδώ τη μεγαλόπρεπη της αμφισημία. Ήδη ο Χέρμαν Κοέν σε μια σύντομη παρατήρηση του για την αντίληψη που είχε η αρχαιότητα για τη μοίρα, αναφέρεται σ’ αυτή ως «συνειδητοποίηση που καθίσταται αναπόφευκτη», καθώς «η τάξη πραγμάτων της είναι εκείνη που προφανώς προκαλεί και επιφέρει αυτή την παράβαση, αυτή την πτώση».

Σ’ αυτό το πνεύμα δικαίου ανάγεται ακόμη και η σύγχρονη γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία η άγνοια νόμου δεν προστατεύει από την τιμωρία, ακριβώς όπως επίσης ο αγώνας για γραπτό δίκαιο στην κοινοτική ζωή της πρώιμης αρχαιότητας πρέπει να νοείται ως εξέγερση κατά του πνεύματος της μυθικής θέσπισης κανόνων. Μακράν από το να εγκαινιάζει μια καθαρή σφαίρα, η μυθική εκδήλωση της άμεσης βίας εμφανίζεται βαθύτατα ταυτισμένη με κάθε έννομη βία κι έτσι η υποψία ως προς τη βλαβερότητα της ιστορικής λειτουργίας της καθίσταται βεβαιότητα, ενώ η καταστροφή της γίνεται καθήκον. Αυτό ακριβώς το καθήκον θέτει, σε τελική ανάλυση, το ζήτημα σχετικά με μια καθαρή άμεση βία που θα μπορούσε να θέσει τέρμα στη μυθική βία. Όπως σε όλα τα επίπεδα ο θεός αντιτίθεται στο μύθο, έτσι και η θεϊκή βία αντιτίθεται στη μυθική βία. Και μάλιστα δείχνει την αντίθεση της με κάθε τρόπο. Αν η μυθική βία θεσπίζει το δίκαιο, η θεϊκή καταστρέφει το δίκαιο˙ αν η πρώτη θέτει όρια, η δεύτερη τα καταστρέφει απεριόριστα˙ αν η μυθική βία ενοχοποιεί και ταυτόχρονα τιμωρεί, η θεϊκή βία εξιλεώνει˙ αν η πρώτη απειλεί, η δεύτερη χτυπάει˙ αν η πρώτη είναι αιματηρή, η δεύτερη είναι θανάσιμη αναίμακτα.

Ο μύθος της Νιόβης, ως παράδειγμα βίας, μπορεί να αντιταχθεί στην κρίση του θεού για τον κόκκινο Κόρε. Πλήττει τους προνομιούχους, τους λευίτες, τους πλήττει απροειδοποίητα και χωρίς προηγουμένως να τους έχει απειλήσει, τους χτυπά ασταμάτητα μέχρι να τους εξολοθρεύσει. Ταυτόχρονα όμως ενέχει κάτι λυτρωτικό και δεν πρέπει να παραγνωριστεί η βαθιά σχέση μεταξύ του αναίμακτου και του λυτρωτικού χαρακτήρα αυτής της βίας. Γιατί το αίμα είναι το σύμβολο της γυμνής ζωής. Η ενεργοποίηση της έννομης βίας ανάγεται χρονικά, πράγμα που δεν μπορεί να παρουσιαστεί αναλυτικότερα στο σημείο αυτό, στην ενοχοποίηση της γυμνής φυσικής ζωής, η οποία μεταβιβάζει στους ζωντανούς, αθώους και δυστυχείς, την τιμωρία η οποία «εξιλεώνει» την ενοχή της γυμνής ζωής και επιπλέον λυτρώνει τους ένοχους, όχι όμως από την ενοχή, αλλά από το δίκαιο. Επειδή, με τη γυμνή ζωή παύει η κυριαρχία του δικαίου επί των ζωντανών.

Η μυθική βία είναι αιματηρή εξουσία πάνω στη γυμνή ζωή για λογαριασμό της εξουσίας, ενώ η θεϊκή βία είναι καθαρή εξουσία πάνω στο σύνολο της ζωής για λογαριασμό όλων των ζωντανών. Η πρώτη απαιτεί θυσία, η δεύτερη τη δέχεται. Αυτή η θεϊκή βία δεν πιστοποιείται μόνο μέσω της θρησκευτικής παράδοσης, αλλά παρουσιάζει τουλάχιστον μια επικυρωμένη εκδήλωση ακόμα και στη σύγχρονη ζωή. Η εκπαιδευτική βία, η οποία στην τελειοποιημένη μορφή της βρίσκεται εκτός δικαίου, είναι μία από τις εκδηλώσεις της. Αυτές οι εκδηλώσεις, λοιπόν, δεν ορίζονται μέσω των θαυμάτων που κάνει άμεσα ο θεός, αλλά μέσω της εξιλεωτικής στιγμής τους που χτυπά αναίμακτα και τελικά, μέσω της απουσίας κάθε νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό είναι μάλιστα δικαιολογημένο να αποκαλέσει κανείς τη βία αυτή καταστροφική˙ καταστροφική όμως μόνο σχετικά, λαμβάνοντας υπόψη τα αγαθά, το δίκαιο, τη ζωή και τα παρόμοια, και ποτέ απόλυτα, λαμβάνοντας υπόψη την ψυχή του ζωντανού. Μια τέτοια έκταση καθαρής ή θεϊκής βίας σίγουρα θα προκαλέσει, ιδίως σήμερα, τις σκληρότερες επιθέσεις και θα αντιμετωπιστεί με το επιχείρημα ότι λογικά συνεπάγεται ενίοτε και την ύπαρξη της θανατηφόρας βίας ανθρώπου εναντίον άλλου ανθρώπου. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι αποδεκτός. Γιατί η ερώτηση «μπορώ να φονεύσω;» αντικρούεται με την αμετάκλητη απάντηση, δίκην εντολής, «ου φονεύσεις». Η εντολή αυτή προηγείται της πράξης, ακριβώς όπως ο θεός θα την «απέτρεπε». Αλλά ακριβώς όπως μπορεί να μην είναι ο φόβος της τιμωρίας που επιβάλλει την υπακοή, η εντολή καθίσταται ανεφάρμοστη, ασύμμετρη, μόλις πραγματοποιηθεί η πράξη. Από αυτή την εντολή δεν προκύπτει καμία κρίση. Επομένως, δεν μπορεί να αναγνωριστεί εκ των προτέρων ούτε σαν θεϊκή κρίση, ούτε σαν η αιτία της. Για τον λόγο αυτό κάνουν λάθος όσοι βάσει της εντολής καταδικάζουν μια βίαιη ανθρωποκτονία. Δεν πρόκειται για μέτρο κρίσης, αλλά για οδηγό του πράττειν του ενεργούντος ατόμου ή της κοινότητας, που πρέπει από μόνες τους να προβληματιστούν γι’ αυτή και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναλάβουν την ευθύνη για την παράβλεψη της˙ έτσι το αντελήφθη και ο Ιουδαϊσμός, ο οποίος αρνείται ρητά την καταδίκη της ανθρωποκτονίας σε περίπτωση αυτοάμυνας.
Ωστόσο, εκείνοι οι στοχαστές που έχουν την αντίθετη γνώμη, βασίζονται σ’ ένα προηγούμενο θεώρημα, με το οποίο προσπαθούν να θεμελιώσουν ακόμη και την ίδια την εντολή. Πρόκειται για τη θεωρία της ιερότητας της ζωής, την οποία δέχονται είτε όταν πρόκειται για τη ζωή των ζώων ή ακόμη και των φυτών, είτε όταν περιορίζεται στην ανθρώπινη. Η επιχειρηματολογία τους, σε μια ακραία περίπτωση, παραδείγματος χάρη της επαναστατικής θανάτωσης του καταπιεστή, έχει ως εξής: «αν δεν φονεύσω, δεν θα εγκαθιδρύσω ποτέ το παγκόσμιο βασίλειο της δικαιοσύνης... έτσι σκέφτεται ο ευφυής τρομοκράτης... Εμείς όμως τους λέμε ότι πάνω από την ευτυχία και τη δικαιοσύνη μιας ύπαρξης... βρίσκεται η ύπαρξη καθεαυτή». Αν και αναμφισβήτητα αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός είναι εσφαλμένος και μάλιστα άκομψος, αναδεικνύει επίσης το καθήκον αναζήτησης της αιτίας της εντολής όχι πλέον στην επίδραση της πράξης στον δολοφονημένο, αλλά στην επίδραση της στον θεό και τον ίδιο τον αυτουργό. Ο ισχυρισμός ότι η ύπαρξη καθαυτή βρίσκεται υψηλότερα από τη δίκαιη ύπαρξη, είναι λαθεμένος και άνευ βαρύτητας, αν ύπαρξη δεν σημαίνει κάτι άλλο από γυμνή ζωή -και στον εν λόγω συλλογισμό αυτό σημαίνει. Εμπεριέχει, ωστόσο, μια αδιάψευστη αλήθεια, στην περίπτωση που η ύπαρξη (ή καλύτερα η ζωή) -λέξεις οι οποίες, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τη λέξη ειρήνη, λόγω της αμφισημίας τους χρήζουν διευκρίνησης για το ποια εκ των δύο σφαιρών αφορούν- σημαίνει τη μη αναγώγιμη, συνολική κατάσταση που είναι ο «άνθρωπος»˙ εφόσον θέλει να πει ότι το μη είναι του ανθρώπου είναι κάτι πιο φοβερό από το (αναντίρρητα υποταγμένο) μη-είναι-ακόμα του δίκαιου ανθρώπου. Απ’ αυτή την αμφισημία αντλεί ο εν λόγω ισχυρισμός την αληθοφάνεια του.

Ο άνθρωπος σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με τη γυμνή ζωή του, τουλάχιστον όχι περισσότερο από ότι με οποιαδήποτε άλλη από τις καταστάσεις ή τις ιδιότητες του, ούτε καν με τη μοναδικότητα της σωματικής του ύπαρξης. Όσο ο άνθρωπος είναι ιερός (ή έστω εκείνη η ζωή εντός του που είναι απαράλλακτα παρούσα στη γήινη ζωή, στο θάνατο και μετά απ’ αυτόν) τόσο στερούνται ιερότητας οι συνθήκες ύπαρξης του, η σωματική, ευάλωτη στα χτυπήματα των συνανθρώπων του, ζωή του. Τι τη διαφοροποιεί τότε ουσιωδώς από αυτή των ζώων και των φυτών; Το ότι ακόμα κι αν αυτά ήταν ιερά, κάτι τέτοιο δεν θα οφειλόταν στο ότι απλώς και μόνο είναι έμβια, στο ότι υπάρχουν στη ζωή. Θα άξιζε τον κόπο μια μελέτη της προέλευσης του δόγματος της ιερότητας της ζωής. Πάντως, είναι σχετικά πρόσφατη η τελευταία πλανημένη προσπάθεια της αποδυναμωμένης παράδοσης της Εσπερίας να αναζητήσει τη χαμένη αγιότητα στην κοσμολογική αδιαπερατότητα. (Η παλαιότητα όλων των θρησκευτικών εντολών εναντίον του φόνου δεν σημαίνει τίποτα, γιατί αυτές θεμελιώνονται σε άλλες ιδέες απ’ ό,τι το μοντέρνο θεώρημα).

Τέλος, πρέπει να σκεφτεί κανείς, ότι αυτό που εδώ αναφέρεται ως ιερό ήταν για την αρχαία μυθική σκέψη ο στιγματισμένος φορέας ενοχής: η γυμνή ζωή. Η κριτική της βίας είναι η φιλοσοφία της ιστορίας της. Και είναι η «φιλοσοφία» αυτής της ιστορίας, διότι μόνο η ιδέα της εξέλιξης της καθιστά δυνατή μια κριτική, οξυδερκή και αποφασιστική προσέγγιση στα χρονικά της δεδομένα. Ένα βλέμμα στραμμένο μόνο προς το εγγύς μέλλον, το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να συλλάβει μια διαλεκτική άνοδο και κάθοδο στη διαμόρφωση της βίας ως βίας που θεσπίζει και ως βίας που συντηρεί το δίκαιο. Αυτός ο νόμος της ταλάντωσης τους βασίζεται στο ότι κάθε βία που συντηρεί το δίκαιο αποδυναμώνει έμμεσα τη νομοθετική βία που εκπροσωπείται εντός της (στην πορεία αυτής της μελέτης έχουν υποδειχτεί ορισμένα σχετικά συμπτώματα). Αυτό διαρκεί μέχρις ότου είτε νέες μορφές βίας, είτε αυτές που προηγουμένως καταπιέζονταν, νικήσουν την έως τώρα νομοθετική βία και έτσι εδραιώσουν ένα νέο δίκαιο, προορισμένο με τη σειρά του να παρακμάσει. Η ρήξη μ’ αυτόν τον μαγικό κύκλο των μυθικών μορφών του δικαίου, η αναστολή του δικαίου μαζί με όλες τις μορφές βίας που στηρίζει και το στηρίζουν, τελικά λοιπόν η κατάργηση της κρατικής εξουσίας, θα εγκαινιάσει μια νέα ιστορική περίοδο. Αφού η κυριαρχία του μύθου στη σημερινή περίοδο είναι ήδη εδώ και κει διερρηγμένη, η επερχόμενη εποχή δεν είναι τόσο πολύ μακρινή, ώστε να μην μπορεί να αρθρωθεί ένας λόγος κατά του δικαίου. Αν όμως διαπιστώνεται ότι υπάρχει καθαρή και άμεση υπόσταση της βίας, ακόμα και πέραν του δικαίου, τότε καθίσταται εμφανές ότι επαναστατική βία είναι δυνατή και επιπλέον, με ποιο όνομα μπορεί η υπέρτατη εκδήλωση καθαρής βίας να καταλάβει τη θέση της μεταξύ των ανθρώπων.

Λιγότερο δυνατή και ακόμα λιγότερο επιτακτική για τους ανθρώπους είναι η απάντηση στο κατά πόσο η καθαρή βία υπήρξε πραγματικότητα σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση. Διότι μόνον η μυθική βία και όχι η θεϊκή αναγνωρίζεται ως τέτοια μετά βεβαιότητας, εκτός κι αν πρόκειται για μη συγκρίσιμα αποτελέσματα, καθώς η εξιλεωτική δύναμη της βίας δεν είναι εμφανής στους ανθρώπους. Για μια ακόμα φορά, όσον αφορά την καθαρή, θεϊκή βία, όλες οι αιώνιες μορφές είναι επιτρεπτές, αυτές που ο μύθος μπαστάρδεψε με το δίκαιο. Μπορεί να εμφανιστεί σ’ έναν αληθινό πόλεμο ακριβώς όπως το πλήθος εμφανίζεται εν είδη θείας δίκης απέναντι στον εγκληματία. Ωστόσο, είναι απορριπτέα κάθε μυθική βία, δηλαδή κάθε βία που θεσπίζει δίκαιο και η οποία μπορεί αλλιώς να αποκληθεί βία που άρχει. Απορριπτέα όμως είναι και η βία που συντηρεί το δίκαιο, που το υπηρετεί, ή αλλιώς η βία που διοικεί. Η θεϊκή βία, η οποία είναι σύμβολο και σφραγίδα, αλλά ποτέ μέσο της ιερής εκτέλεσης, μπορεί να αποκληθεί βία που κυριαρχεί.-

Σημειώσεις:
*/ Στο φίλο Πολυάνθη Συγγελάκη,μηχανολόγο και μέλος του ΤΕΕ/ΤΑΚ, ένα από τους έλληνες ακτιβιστές στο πλοίο για τη Γάζα, που με την παρουσία του εκπροσώπησε το ΤΕΕ και τους μηχανικούς εκφράζοντας με απτό τρόπο την πιο βαθιά ουμανιστική συνείδηση που ταιριάζει σε σκεπτόμενους ανθρώπους και ενεργούς πολίτες, με διαρκή ευαισθησία για τον "άλλο" και πραγματικά πολιτικά υποκείμενα σε μια εποχή που τόσοι πολλοί έχουν την τάση να ιδιωτεύουν...
**/ Βάλτερ Μπένγιαμιν:
Ο Βάλτερ Μπέντιξ Σένφλις Μπένγιαμιν (Walter Bendix Schönflies Benjamin, 15 Ιουλίου 1892 — 27 Σεπτεμβρίου 1940) ήταν Γερμανοεβραίος Μαρξιστής και κριτικός της λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, και φιλόσοφος. Συνδέονταν κατά καιρούς με την Σχολή της Φρανκφούρτης για την κριτική θεωρία και επηρεάστηκε επίσης από τα γραπτά ενός νεότερου συγχρόνου, του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που ανέπτυξε την κριτική αισθητική και τον διαλεκτικό υλισμό, και τον Gershom Scholem, που θεμελίωσε την σύγχρονη, ακαδημαϊκή μελέτη της Καββάλα και του Ιουδαϊκού μυστικισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες, το ενδιαφέρον για το έργο του αυξήθηκε δραματικά, κάνοντάς τον έναν από τους πιο σημαντικούς στοχαστές του εικοστού αιώνα σχετικά με την λογοτεχνία και την σύγχρονη αισθητική εμπειρία.
Ως κριτικός της κοινωνίας και του πολιτισμού, ο Μπένγιαμιν συνδύασε ιδέες προερχόμενες από τον ιστορικό υλισμό, τον γερμανικό ιδεαλισμό, και τον εβραϊκό μυστικισμό σε ένα έργο που αποτέλεσε μια καινοφανή συνεισφορά στον Δυτικό Μαρξισμό και στην αισθητική θεωρία. Ως φιλόλογος διανοούμενος, έγραψε τα πιο σημαντικά του δοκίμια για τον Κάρολο Μπωντλαίρ, μετάφρασε την έκδοση Tableaux Parisiens από τα Άνθη του κακού αλλά και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ. Το έργο του αναφέρεται ευρέως στις ακαδημαϊκές και λογοτεχνικές σπουδές, και συγκεκριμένα τα δοκίμιά του Το έργο του Μεταφραστή και το Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής. Επηρεασμένος από τον Μπαχόφεν, ο Μπένγιαμιν δημιούργησε τον όρο "ενορατική αντίληψη" για την αισθητική τέχνη μέσω της οποίας ο πολιτισμός θα ανακτούσε την χαμένη εκτίμησή του για τον μύθο.
***/Το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν «Zur Kritik Der Gewalt», Gesammelte Schriften, 1977, μετέφρασε από το γερμανικό πρωτότυπο ο Λεωνίδας Μαρσιανός. Η έκδοση ετοιμάστηκε στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας, με γενική επιμέλεια του Παναγιώτη Καλαμαρά. Κυκλοφόρησε στην πόλη της Αθήνας το Καλοκαίρι του 2002.

31.5.10

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ # 31.05.2010

Πρωινό 31.05.2010. Μεσόγειος θάλασσα.

Μόνο η επίκληση στη μεγάλη βιβλιογραφία του 20ου αιώνα έχει νόημα τη σημερινή μέρα. Και μερικές αναφορές ίσως στις αποστροφές στοχαστών όπως του Τιοντόρ Αντόρνο, που επέμενε πως «…μετά το Άουσβιτς η ποίηση δεν έχει πια κανένα περιεχόμενο…»

Η σπουδαία καθηγήτρια Φιλοσοφίας Χάνα Άρεντ (1906-1975), εβραϊκής καταγωγής, που μίλησε με μοναδικό τρόπο για την κοινοτοπία του κακού αναφερόμενη στο ναζισμό και την εποχή που οι άνθρωποι καταδύθηκαν ίσαμε τον πάτο της κόλασης στήνοντας στρατόπεδα εξόντωσης για 6 εκατομμύρια εβραίους και άλλους διαφορετικούς, που μέσα από το έργο της προσπάθησε να κατανοήσει τους τρόπους και τις συνθήκες που οι άνθρωποι μετασχηματίζονται σε τέρατα, που δεν δίστασε να καταδικάσει τους κάθε λογής ολοκληρωτισμούς και να στηλιτεύσει τον αντισημιτισμό και τους τρόπους που οι ηθικές αντιστάσεις του ανθρώπου περιορίζονται και αφήνουν να αναδυθούν από τα αχανή του βάθη τα χειρότερα ένστικτα, είναι η συγγραφέας ενός μοναδικού πονήματος που αναφέρεται στις αφετηρίες και στην καταγωγική προέλευση του ολοκληρωτισμού που βρίσκει πρόσφορο έδαφος εκεί που δεν υπάρχουν κανενός είδους ηθικοί (δηλαδή πολιτικοί και πολιτισμικοί) φραγμοί.

“Τhe Origins of Totalitarianism”
[H προέλευση του Ολοκληρωτισμού]

Συγγραφέας
Hannah Arendt

Γλώσσα /
Αγγλικά

Θέμα /
Ολοκληρωτισμός

Εκδότης /
Schocken Βιβλία

Media τύπου/
Hardcover

Σελίδες /
704

ISBN/
ISBN 0805242252 ,
ISBN 978-0805242256

OCLC /Αριθμός
52814049

Dewey /Δεκαδική
320.53 22

LC /Ταξινόμηση
JC480. A74 2004

23.5.10

ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ...

memorabilia_02*
[Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 2009, στην ειδική έκδοση της εφημερίδας ΑΝΑΤΟΛΗ στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης. Μερικές πρόσφατες αναφορές στον τύπο και σε blogs, ήταν η αφορμή να θυμηθώ πως θα είχε ενδιαφέρον η ανάρτησή του στο χώρο του διαδικτύου, μιας και οι γυναίκες στις οποίες αναφέρεται εξακολουθούν με την παρουσία, τις ιδέες, την αρθρογραφία και τη συμμετοχή τους να δείχνουν πάντα με ενεργό τρόπο πως μόνο ο διαρκής καθημερινός αγώνας μπορεί να αναδείξει τα πρόσωπα και τις συλλογικότητες σε πραγματικά "πολιτικά υποκείμενα", ιδιαίτερα σ΄αυτή τη δύσκολη συγκυρία, που τόσο αναζητούμε όλοι μια νέα κοινή συνείδηση που θα μας δώσει ελπίδες...]

Μερικοί πιστεύουν πως ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε συνολικά τα πράγματα στη ζωή έχει να κάνει με τη σχέση που έχουμε με τη μητέρα μας. Η ψυχανάλυση προχώρησε ακόμη πιο πολύ προσεγγίζοντας το ζήτημα με τρόπο πιο βαθύ –και μερικές φορές και απόλυτο- και συσχετίζοντας τα πάντα με τη βρεφική και την παιδική μας ηλικία. Γεγονός είναι πως ένα πρόσωπο τόσο σημαντικό και μοναδικό στη ζωή όπως η μάνα μας ,είναι γυναίκα, και ο τρόπος που μας γαλούχησε, μας ανέθρεψε, μας δίδαξε να βλέπουμε τους άλλους και τον κόσμο, είναι στοιχεία που θα μας καθορίζουν πάντα. Ίσως αν έχουμε δομήσει μια ισχυρή σχέση μαζί της και αντλούμε με διαρκή τρόπο από το ανεξάντλητο μητρικό της απόθεμα ,τότε το πιθανότερο είναι πως θα έχουμε μια θετική στάση γενικότερα απέναντι στην ίδια τη γυναίκα αλλά και τον κόσμο.
Η παραπάνω εισαγωγή ίσως να μην χρειαζότανε για να τεκμηριωθεί η αγάπη και η εκτίμηση που προσωπικά έχω για το άλλο φύλο. Η γυναίκα υπήρξε στη διάρκεια μιας μακράς διαδρομής και στη διάρκεια της Ιστορίας εκείνη η ισχυρή παρουσία που ξεκινώντας από τις πρώιμες μητριαρχικές δομές μιας περιόδου που καθόρισε την ανάπτυξή του, αποτύπωσε στο χρόνο με όλους τους τρόπους την αξεπέραστη συμβολή της στη ίδια τη διαδικασία της ύπαρξης.
Από τις δύσκολες πρωτογονικές εμπειρίες της ανθρώπινης αφύπνισης στα σπήλαια και τις απαρχές της ιστορίας με τις παλαιολιθικές υπερτροφικές γυναίκες τροφούς, ίσαμε τις γυναίκες φαραώ της Αιγύπτου και τις αρχαιοελληνικές θεές, από τις Αυγούστες της αιώνιας πόλης και τις βυζαντινές αυτοκράτειρες μέχρι τις βασίλισσες και τις προέδρους της εποχής μας οι γυναίκες κατέγραψαν μια εντυπωσιακή διαδρομή, συμμετέχοντας πάντα ενεργά και δραστικά στην εξέλιξη των βιολογικών μηχανισμών και των θεσμών που εξέφρασαν την εποχή τους.
Η τέχνη και η ιστορική εμπειρία με συγκλονιστικό τρόπο στοιχειοθέτησαν τη μαρτυρία τους για την αξεπέραστη θέση που πάντα κατείχε η γυναίκα στι παλίμψηστο της ιστορικής εξέλιξης του γένους των ανθρώπων. Η πληθωρική Αφροδίτη του Βίλεντορφ, η πολυμαστοφόρος θεά της Εφέσου, η Νεφερτίτη και η αρχαϊκή Κόρη, η ποιήτρια των αιώνων Σαπφώ και η πτεροφόρος Νίκη στο ακρόπρωρο ,η μαινάδα στην αρχαία λήκυθο και η σκεπτόμενη Αθηνά, η χρυσοστολισμένη Θεοδώρα, η Θεοτόκος στην Αγιά Σοφιά και η Πιετά στον Άγιο Πέτρο, η θρυλική Μασσαλιώτιδα και η Μπουμπουλίνα των πυρπολητών, η Φλόρανς Ναϊτιγκέιλ της αυταπάρνησης, η θρυλική Ρόζα της ουτοπίας και της επανάστασης και η αντάρτισσα στο βουνό για τη λευτεριά, η Άννα Φράνκ και οι μανάδες του Διστόμου, η Χάννα της καταδίκης του ολοκληρωτισμού, η Φρίντα -ζωγραφιά και η θεϊκή φωνή Μαρία, η Μαρία του Πολυτεχνείου και η αδελφή Τερέζα των κατατρεγμένων, η ασύλληπτη ομορφιά Μέριλυν και η Μελίνα του σινεμά και του αγώνα, όλες υπήρξαν μοναδικές γυναίκες που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην ανθρώπινη διαδρομή, στη συλλογική μνήμη.
Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έγραψε πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Αναμφίβολα από το γένος των γυναικών εκπορεύεται και σ΄αυτές απένειμε ο δημιουργός το μοναδικό προνόμιο της κυοφορίας και του τοκετού κάθε καινούριας ύπαρξης. Σήμερα, η παρουσία των γυναικών σε όλο τον κόσμο, τόσο στο χώρο των ιδεών και της σκέψης όσο και στα πεδία της πολύπλευρης ανθρώπινης δραστηριότητας και κινητοποίησης, εξοπλίζει την ευμετάβλητη αλλά και ευάλωτη κοινωνική μας συνθήκη με περισσότερες δυνατότητες και βελτιώνει συνολικά τις αντιστάσεις μας απέναντι σε ό,τι αντιμάχεται την ομαλή ανθρώπινη εξέλιξη ή εξακολουθεί να αποτελεί απειλή και εμπόδιο για ένα πιο δίκαιο κόσμο.
Η διάσημη γαλλίδα -και γυναίκα- ψυχαναλύτρια και κοινωνιολόγος Τζούλια Κρίστεβα είπε παλιότερα σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ πως «..ο Λόγος έχει τη δύναμη να επαναθεμελιώνει καθημερινά τον Κόσμο…». Με αφετηρία αυτή τη διατύπωση μεταφέρω παρακάτω τα λόγια ή αναφέρομαι σε στάσεις σημερινών γυναικών του κόσμου και του τόπου μας που εξακολουθούν να μας τροφοδοτούν με περισσή δύναμη και να αποδεικνύουν πως η γυναικεία ευαισθησία αποτελεί πάντα την πιο δυνατή απάντηση στην ιεραρχική, εξουσιαστική και κυνική πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης που έχει με συντριπτικό τρόπο εκφραστεί ιστορικά από το ανδρικό φύλο.
Α. ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΜΑΣ

1.Νavi Pillay / Ύπατη αρμοστής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα
Η Νavanethem Pillay, μεγάλωσε στην περιοχή Νατάλ της Νότιας Αφρικής, στα χρόνια που το καθεστώς του απαρτχάιντ απέκλειε όσους δεν ήταν λευκοί σε γκέτο. Η καταγωγή της είναι από τη Σρι Λάνκα. Σήμερα ,από την εποχή που ο Νέλσον Μαντέλα την πρότεινε, είναι μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας της και έχει συμμετάσχει μέχρι τώρα σε διεθνείς επιτροπές για την καταδίκη εγκλημάτων πολέμου. Το 2008 ορίστηκε με απόφαση του ΟΗΕ, ύπατη αρμοστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα με τετραετή θητεία που ξεκίνησε την 1.9.2008. Στις 10.12.2009, ένα άρθρό της δημοσιεύτηκε στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου αφιερωμένο στη μέρα της παγκόσμιας διακήρυξης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Ο λόγος της πυκνός και ουσιαστικός ,αναπτύσσει με θαρραλέο τρόπο όλα τα ζητήματα που απασχολούν σήμερα την ανθρωπότητα και η φωνή της έρχεται να δυναμώσει το αίτημα για ένα καλύτερο κόσμο που είναι εφικτός και δεν έχει απαραίτητα σχέση με την κίνηση των κεφαλαίων, την άμετρη κατανάλωση και τη «θεαματική» αλλοίωση που έχει μετασχηματίσει τα πάντα σε εμπορικά σήματα και αποχαυνωτικές εικόνες.
«…Οι διακρίσεις μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, κρυφές ή ολοφάνερες, δημόσιες ή ιδιωτικές. Μπορεί να πάρουν τη μορφή του θεσμοθετημένου ρατσισμού ή της εθνοτικής διαμάχης και να εκδηλώνονται με επεισόδια μισαλλοδοξίας και απόρριψης πέρα από κάθε έλεγχο. Θύματα των διακρίσεων είναι τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων που θεωρούνται διαφορετικοί, λόγω της φυλής, του χρώματος, του φύλου, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, της περιουσιακής κατάστασης, του τόπου γέννησης, της αναπηρίας ή του σεξουαλικού τους προσανατολισμού…Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μάς κάνει όλους πλουσιότερους. Αντίθετα, η υποβίβαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχει συνέπειες για όλους μας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις σημερινές πολυεθνικές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες μας. Είναι εξαιρετικά επείγον να καταπολεμήσουμε τις διακρίσεις σε περιόδους κρίσης, όπως στην τρέχουσα οικονομική ύφεση, η οποία έχει δυσανάλογες επιπτώσεις για τους περισσότερο ευάλωτους και τις ήδη περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινωνίας…»

2.Ζάχρα Ραχναβάρντ / Ιρανή καλλιτέχνις και ακαδημαϊκός

"…Όπως η τέχνη μου έτσι κι εγώ δεν μπαίνω σε κατηγορίες. Ο Μουσαβί κι εγώ απευθυνόμαστε σε όλο το ιρανικό έθνος και ιδιαίτερα στις γυναίκες ,τους νέους και τους φοιτητές. Τα μηνύματά μας στις προεκλογικές συγκεντρώσεις είναι ότι θα ενθαρρύνουμε την ελευθερία της σκέψης, το άνοιγμα του πολιτικού περιβάλλοντος, την εδραίωση μιας υγιούς οικονομίας, την αύξηση της λαϊκής συμμετοχής, την εξάλειψη των διακρίσεων εναντίον των γυναικών, τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης..."
Αυτά είναι μερικά από όσα υποστήριζε η Ζάχρα Ραχναβάρντ, σύζυγος του μεταρρυθμιστή υποψήφιου Χουσεϊν Μουσαβί, στις εκλογές του Ιουνίου του 2009 στο Ιράν, που έχασε τελικά από τον Μαχμούτ Αχμαντινετζάντ. Η σπουδαία αυτή γυναίκα υπήρξε η πιο ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία εκείνης της αναμέτρησης καθώς έθεσε με αποφασιστικό τρόπο τα ζητήματα της γυναικείας χειραφέτησης σε μια χώρα στην οποία η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική και την κοινωνική πραγματικότητα εξακολουθεί να υπακούει πάντα σε μια σειρά από ταπεινωτικούς περιορισμούς και δεσμεύσεις ανήκουστες για τα δεδομένα της σημερινής εξέλιξης. Συγγραφέας πολλών βιβλίων και γλύπτρια, φορούσε κάτω από το μαύρο τσαντόρ μια μαντίλα με λουλούδια και φωτεινά χρώματα. Με διδακτορικό στις Πολιτικές επιστήμες έχει διατελέσει πρύτανης του πανεπιστημίου θηλέων (!) Αλ Ζαχρά στην Τεχεράνη και υπήρξε στο παρελθόν σύμβουλος του μεταρρυθμιστή προέδρου Μοχαμάντ Χαταμί.
Η εναντίωση της Ζαχρά στο αντιφεμινισμό που διατρέχει ακόμη όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις ίσως να προέρχεται όπως παρατηρεί η αμερικανίδα συγγραφέας Οφήλια Μπένσον (στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο «Μήπως ο Θεός μισεί τις γυναίκες;»)«…από μια χρονική περίοδο κατά την οποία η ανδρική ανωτερότητα εθεωρείτο απολύτως δεδομένη. Αυτή η περίοδος όμως παρήλθε αλλά η ανωτερότητα του άρρενος Θεού παραμένει…Μήπως ήρθε η ώρα το νέο πνεύμα της εποχής μας να σχηματοποιήσει με άλλο τρόπο το Θεό στον οποίο πιστεύουν ισότιμα άνδρες και γυναίκες;…».Μετά τις εκλογές οι γυναίκες του Ιράν και ιδιαίτερα οι νέες, ακολουθώντας τα κελεύσματα της Ζαχρά συμμετείχαν με αυταπάρνηση στις μεγάλες κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν τον Ιούνιο του 2009 για πολύ καιρό την Τεχεράνη και η 26χρονη φοιτήτρια Νέντα Αγκά Σολτάν που πυροβολήθηκε και σωριάστηκε νεκρή σε διαδήλωση, μετατράπηκε σε σύμβολο αντίστασης κατά του καθεστώτος. Η φράση «είμαι η Νέντα» αποτελεί από τότε την πιο εμβληματική διατύπωση εναντίωσης απέναντι σε ένα καθεστώς καταπιεστικό στις γυναίκες και όλες τις ελεύθερες φωνές.

3.Ζακλίν Ντε Ρομιγί / Γαλλίδα ελληνίστρια και ακαδημαϊκός

Η γνωστή γαλλίδα ελληνίστρια με το σπουδαίο συγγραφικό έργο και τη μεγάλη αγάπη για την ελληνική γλώσσα, θα μπορούσε να έχει αποσυρθεί τώρα και πολύ καιρό από κάθε δραστηριότητα. Η ηλικία της (σήμερα πάνω από τα ενενήντα πια) είναι πολύ μεγάλη και το έργο της τόσο πλούσιο που έχει αναμφίβολα εξασφαλίσει απόλυτα την υστεροφημία της. Όμως αισθάνθηκε την ανάγκη να πάρει πρόσφατα το λόγο για μια ακόμη φορά για να υπερασπιστεί αυτό που την έθρεψε για μια ολόκληρη ζωή. Την αρχαία ελληνική γλώσσα. Μίλησε με τον καθαρό και μοναδικό της τρόπο για τις δυνατότητες που έδωσε στους Έλληνες η ίδια τους η γλώσσα, επιτρέποντάς τους να δημιουργήσουν την αφαιρετική σκέψη, να αναπτύξουν τη φιλοσοφία, να αρθρώσουν ένα εξαιρετικό ποιητικό λόγο και να καταστήσουν ένα κώδικα συνεννόησης κοινό σε ολόκληρη τη Μεσόγειο περνώντας τη γλώσσα τους από στόμα σε στόμα μέσα από τα έργα της χωρίς καμιά πολιτική υποστήριξη.
Η γυναίκα αυτή που είναι τυφλή τα τελευταία 30 χρόνια έχει με το έργο της τοποθετήσει την ελληνική γλώσσα στη θέση της ψυχής της. Κάποτε έγραψε πως, Εβραία η ίδια, μπόρεσε να αντέξει τον τρόμο της ναζιστικής κατοχής γιατί είχε διδάξει για χρόνια στο λύκειο τον Λυσία και πάντα την ενθάρρυναν και την συντρόφευαν οι σκέψεις του κατά της τυραννίας. Στην πιο πρόσφατη τοποθέτησή της στη Γαλλία, μιλώντας για τη σχέση μας με τα αρχαία ελληνικά μεταξύ των άλλων σημείωνε- με την οικουμενική της ματιά- και τα παρακάτω:
«…Μια ελληνική αύρα περιβάλλει μέχρι και το όνομα της Ευρώπης. Εμείς εδώ στη Γαλλία, ως συνήθως θεωρούμε πως έχουμε εξασφαλίσει τα πάντα επειδή διαθέτουμε διαβατήριο που γράφει Ελληνική Δημοκρατία.Τη σχέση μας με τα αρχαία ελληνικά την έχουμε ιδεολογικοποιήσει και την έχουμε εγκαταλείψει στην αρμοδιότητα της ψυχοπαθολογικής μας ιδιοσυγκρασίας.Οι μεν, διαδηλώνοντας τον προοδευτισμό τους, νεόπλουτοι της σύγχρονης γλωσσολογίας, υποστηρίζουν πως η γλώσσα μας δεν έχει καμιά σχέση με τα αρχαία ελληνικά και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα ξεχάσουμε για να μην μας μπερδεύουν οι δοτικές τους. Οι δε, συντηρητικοί εκ συντηρητικών, αναμασούν την ανάγκη εκμάθησής τους, χωρίς να κάνουν τον κόπο να αναρωτηθούν το πως και το γιατί. Τα εξισώνουν βλακωδώς με τα υπόλοιπα εθνικά μας σύμβολα και βαυκαλίζονται απαγγέλοντας κάνα δυο στίχους από την «Οδύσσεια» ή την «Αντιγόνη».Μήπως ήρθε η ώρα να σοβαρευτούμε; Mήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε πως η αρχαία Ελλάδα δεν είναι βαρίδι του επαρχιωτισμού μας αλλά ένας τρόπος για να συνυπάρξουμε στη μεγάλη ευρωπαϊκή κοινωνία; Μήπως ήρθε η ώρα το υπουργείο Παιδείας (της Γαλλίας) να αναρωτηθεί όχι πόσες ώρες θα διδάσκονται αρχαία στη μέση εκπαίδευση αλλά πως και γιατί πρέπει να διδάσκονται;…»
4.΄Αγκνες Χέλερ / Φιλόσοφος από την Ουγγαρία

Η φιλόσοφος από την Ουγγαρία΄Αγκνες Χέλερ, αγαπημένη μαθήτρια του Γκιόργκι Λούκατς, ενός από τους πιο σπουδαίους στοχαστές του 20ου αιώνα, έχει συμπληρώσει τα 80 της χρόνια. Με το μεστό λόγο της υποστηρίζει πως η φιλοσοφία στην εποχή μας εξακολουθεί να αποτελεί ένα εργαλείο κατανόησης του παρόντος και παράλληλα διαθέτει πάντα ανατρεπτικό χαρακτήρα καθώς αμφισβητεί πάγιες και εδραιωμένες απόψεις και αναζητεί την ελευθερία και την αλήθεια.
Σε μια πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε στο ιταλικό περιοδικό L΄Espresso μεταξύ των άλλων είπε:
«…Οι ριζοσπάστες φιλόσοφοι του 19ου και του 20ου αιώνα, ο Νίτσε, ο Φρόϊντ, ο Μαρξ, συνέβαλαν αποφασιστικά στην αλλαγή του κόσμου μας. Αν οι φιλόσοφοι δεν είχαν αυτή τη δύναμη δεν θα είχαμε καταλάβει γιατί ο Σωκράτης αναγκάστηκε να πιεί το κώνειο. Υπήρξα οπαδός του μαρξισμού ακόμη και όταν στράφηκα κατά του κομμουνισμού. Αλλά όχι πια. Δεν πιστεύω ότι ο επίγειος παράδεισος είναι συμβατός με τη μεταμοντέρνα κατάσταση. Ούτε θα επιθυμούσα μια εντελώς ισοπεδωμένη κοινωνία. Μια τέτοια κοινωνία δεν θα είχε πλουραλισμό, συγκρούσεις ή πολιτική, κανείς δεν θα μπορούσε να πει «αυτό είναι άδικο», θα ήταν μια κοινωνία χωρίς ζωή. Πιστεύω στην ατομική επιλογή της ηθικής. Η φράση του Σωκράτη «προτιμώ να υποστώ μια αδικία παρά να τη διαπράξω» δείχνει ότι είναι επιλογή του καθενός να είναι καλός άνθρωπος. Αντίθετα, δεν είναι πάντα δυνατό να είσαι καλός πολίτης, εξαρτάται από την πολιτική κατάσταση της χώρας όπου ζεις…Ο έρωτας και οι σχέσεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Έχω καταλάβει πως όταν αγαπάς κάποιον τον αγαπάς για πάντα. Μου συνέβη με τον πρώτο μου άνδρα με τον οποίο χώρισα. Όπως λέει η Τζέιν Όστιν στο μυθιστόρημα «΄Εμμα», οι άνδρες είναι το άλλο πρόσωπο του κόσμου. Με λένε Άγκνες Χέλερ, έκλεισα τα 80 και είμαι ευτυχής που γεννήθηκα γυναίκα, γιατί όλα ήταν πιο δύσκολα κι εμένα τα δύσκολα μ΄αρέσουν…»

5. Waris Dirie / Η Σομαλή ακτιβίστρια με το αγγελικό πρόσωπο

Η Waris Dirie ,γεννήθηκε το 1965 και μεγάλωσε στην έρημο της Σομαλίας, σε οικογένεια νομάδων. Υπήρξε θύμα ενός βάρβαρου εθίμου, του ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων σε ηλικία πέντε ετών. Στα 13 της δραπέτευσε από την οικογένειά της που ήθελε να την παντρέψει με ένα 60χρονο για …πέντε καμήλες και διέσχισε για πολλές εβδομάδες την έρημο για να φθάσει στο Μογκαντίσου. Κατάφερε να φτάσει στο Λονδίνο, όπου την ανακάλυψε ένας φωτογράφος μόδας και ξεκίνησε καριέρα μοντέλου. Το 1997, ήταν η πρώτη γυναίκα που κατέθεσε τη μαρτυρία της στον ΟΗΕ, για λογαριασμό όλων εκείνων των γυναικών που δεν έχουν φωνή. Έγινε ειδική πρέσβειρα του Ταμείου πληθυσμών του ΟΗΕ και έκανε σκοπό της ζωής της την κατάργηση της κλειτοριδεκτομής. Έγραψε βιβλία, δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο, προσπαθεί να στηρίξει γυναίκες μέσα από το ίδρυμα για την «Αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των γυναικών» που ίδρυσε τον Ιανουάριο του 2009.Έχει λάβει δεκάδες διακρίσεις και βραβεία για το έργο της. Έχει 2 παιδιά, αυστριακό διαβατήριο και ζει ως νομάς ανά την Ευρώπη.
Βελούδινη σαν έφηβη, μαχητική σαν αντάρτισσα και πάντα αθυρόστομη και εξωτική, βρέθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα με αφορμή την προβολή της ταινίας της «Λουλούδι της ερήμου» στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «΄Εψιλον» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» , είπε ανάμεσα στα άλλα και τα παρακάτω λόγια:
«…Για κάποια πράγματα αξίζει να ζεις σ΄αυτό τον πλανήτη. Έχουμε βρεθεί εδώ για κάποιο λόγο και όχι για να σκοτώνουμε και να βασανίζουμε τους άλλους. Έχουμε ξεχάσει το μήνυμα της ζωής, είμαστε τυφλωμένοι από την απληστία. Και όλοι πια είναι σούπερ σταρ; Όχι. Τι θα πει σούπερ σταρ; Για ποιο λόγο είσαι σούπερ σταρ; Tι έφερες σ΄αυτό τον πλανήτη, τι έκανες που συνεισέφερε σ΄αυτό τον κόσμο, πέρα από το να επιδεικνύεις την ομορφιά και τα κάλλη σου; Εγώ αναζητώ νόημα στη ζωή ,όχι μόνο σ΄εμένα ,αλλά σε ό,τι με περιβάλλει…Η καρδιά μου είναι πάντα στην Αφρική. Ποτέ δεν έφυγα πραγματικά από εκεί. Υποσχέθηκα να επιστρέψω μια μέρα και ελπίζω να φέρω μαζί μου και κάτι καλό εκεί πίσω…»

Β. ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
1. Σάνο Χάλο / Η Οδύσσεια της «γιαγιάς από τον Πόντο»

Η γιαγιά των 100 χρόνων, Σάνο Χάλο, γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Αντώνιος του Πόντου. Σήμερα ζει στη Νέα Υόρκη Το 1920 στη διάρκεια της ποντιακής γενοκτονίας διώχτηκε μαζί με την οικογένειά της από τους Τούρκους και κατάφερε να επιβιώσει μετά από εξάμηνη πορεία θανάτου στη Μικρά Ασία με κατεύθυνση την έρημο της Συρίας. Σε ηλικία 10 ετών έχασε τους γονείς και τ΄αδέλφια της. Παντρεύτηκε στα 15 της και στα 25 της μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη. Γέννησε 10 παιδιά και αποφοίτησε από το γυμνάσιο στα 56 της αλλά ξέχασε τη μητρική της γλώσσα. Η απώλεια της ταυτότητας απασχολούσε για καιρό τα παιδιά της. Θεωρούσαν ότι είναι Τούρκοι ή Αιγύπτιοι. Επέστρεψε το 1989 στον Πόντο για να αναζητήσει τις χαμένες της ρίζες μαζί με την κόρη της. Εκεί άρχισε να ξετυλίγεται το νήμα της συγκινητικής προσωπικής της περιπέτειας . Σήμερα πια γνωρίζει ποια είναι. Τον Ιούνιο του 2009 απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα… Στο σαλόνι της υπάρχει δίπλα στις εικόνες μια ποντιακή λύρα. Η κόρη της Θία Κάλο κατέγραψε την ιστορία της στο βιβλίο με τίτλο «Ούτε το όνομά μου». Αγωνίζεται τώρα για την αναγνώριση της «χριστιανικής γενοκτονίας» όπως την αποκαλεί και λέει:
«…Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τη γενοκτονία των Ποντίων. Την ίδια περίοδο διώχτηκαν από τους Τούρκους και οι Έλληνες που ζούσαν στην Ανατολική Θράκη ή στα Μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου. Αντίστοιχη ή και χειρότερη ήταν η μοίρα των Ασσύριων και των Αρμενίων. Όταν μιλούμε για γενοκτονία πρέπει να τους συμπεριλαμβάνουμε αλλιώς είναι σαν να τους διαγράφουμε από την Ιστορία. Δεν φταίνε οι λαοί. Δεν έχω τίποτα με τους Τούρκους. Περνούσαμε μια χαρά στην αρχή. Οι πολιτικοί φταίνε…»

2. Νάντια Βαλαβάνη / Η «ποιητική συνείδηση» της πολιτικής δράσης
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Αν θέλεις να πεθάνεις
Πρέπει να πληρώσεις
LUIS MACNEICΕ
Charon

Aπό κείνη που επέζησε
απ΄το Μαουτχάουζεν
το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους
ζήτησε ακτινογραφία του ΄44
που ν΄αποδείχνει
πως τα πνευμόνια της έτσι ήταν
από τότε
Μάταια προσπάθησε να εξηγήσει
πως στο στρατόπεδο η περίθαλψη
από αυτή την άποψη
είχε ελλείψεις
27.9.1988
(από την ποιητική συλλογή «Η μεγάλη εποχή»,εκδ.ταξιδευτής,2009)
Η Νάντια Βαλαβάνη δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Εμβληματική μορφή της αντιδικτατορικής πάλης της ελληνικής νεολαίας κατάφερε μετά τη μεταπολίτευση να παραμείνει έξω από τη φθορά που επεφύλαξε η νέα κοινωνική και πολιτική συνθήκη σε μερικούς από τους σημαντικότερους εκφραστές αυτού του αγώνα. Γυναίκα με ενεργητικό ρόλο στους προβληματισμούς της γενιάς της διατήρησε ανέγγιχτη τη διαρκή της ευαισθησία για όλα τα ζητήματα και τις μεγάλες εκκρεμότητες της εποχής μας και της Αριστεράς και παράλληλα μέσα από την προσωπική διανοητική και πνευματική της ενασχόληση κατάφερε να καταδυθεί στο μπρεχτικό σύμπαν και να αρθρώσει ένα ποιητικό λόγο αντίστοιχο με το ηθικό ανάστημα της ιστορικής της εμπειρίας από την πολυεπίπεδη αφήγηση του Τόπου μας και του κόσμου.
Η ποίηση αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ προσωπικό πεδίο προσεγγίσεων και κατανόησης των προσλήψεών της και της έδωσε τη δυνατότητα να διατυπώσει με μοναδικό τρόπο μια εκτεταμένη προσωπική μυθολογία που δεν αρκείται στις ερμηνείες του «θεαματικού» και εικονικού τοπίου της σύγχρονης εξέλιξης αλλά εξακολουθεί πάντα να διαμορφώνεται μέσω μιας καταστατικά και βαθιά επεξεργασμένης νοηματικής αναζήτησης του ανέφικτου μέσω μιας σχεδόν τρυφερής και νοσταλγικής εμμονής .Η συναίρεση όλων των χαμένων προσδοκιών και της ρεαλιστικής ουτοπίας της επανάστασης και των ρήξεων του προηγούμενου αιώνα με μια ολοφάνερα επαγωγική διανοητική διαδικασία που βρίθει ερωτημάτων μετασχηματίζεται σε ένα διαρκές ηθικό διακύβευμα. Ο πυκνωτής του θεάτρου της ιστορίας μεταμορφώνεται σε διαρκή διερώτηση για την άδηλη αλλά υπαρκτή κυοφορία της αλλαγής ,της μετάβασης, του προσδιορισμού της νέας «μεγάλης εποχής».
Στο ερώτημα αν υπάρχουν μεγάλες εποχές και τι είναι αυτό που τις κάνει μεγάλες, κατά την πρόσφατη παρουσίαση της τελευταίας ποιητικής της συλλογής με τίτλο «Η μεγάλη εποχή» στο Ηράκλειο, η Νάντια Βαλαβάνη απάντησε:
«…Οι μεγάλες εποχές είναι πάντοτε εποχές «μεγάλων αλλαγών».Είναι εποχές που έστω και για λίγο ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας από αντικείμενο εκμετάλλευσης και χειραγώγησης γίνεται δρων υποκείμενο,συνειδητός δημιουργός της Ιστορίας. Είναι επίσης εποχές που, όχι τυχαία,συνδυάζονται με εκρήξεις στον τομέα του πολιτισμού, των γραμμάτων και της τέχνης. Για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την εμπειρία, έστω κι εντελώς περιθωριακά και περιορισμένα, έστω και για ελάχιστα 24ωρα, όπως έγινε το Μάη του΄36 στη Θεσσαλονίκη ή πολύ αργότερα στο Πολυτεχνείο ή για πολύ ευρύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και για πολύ μεγαλύτερο χρόνο κατά την Εθνική Αντίσταση, αποτελεί τη συγκλονιστικότερη εμπειρία της ζωής τους…»

3. Αφροδίτη Αλ Σαλέχ / «Διαβατήριο» για όσους δεν έχουν πατρίδα
Η Αφροδίτη Αλ Σαλέχ είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν όσο ελάχιστοι ασχοληθεί και δώσει μάχες για τα ζητήματα της ανθρώπινης μεταχείρισης των προσφύγων και των μεταναστών για πολλά χρόνια στον τόπο μας. Είναι από αυτούς που ανέδειξαν το θέμα των παιδιών τους αφιερώνοντας πολύ κόπο και χρόνο. Ηθοποιός, συγγραφέας και πολιτικός επιστήμονας, αρθρογραφεί στο μεταναστευτικό περιοδικό «Διαβατήριο» και στην εφημερίδα «Athens Voice».Με αφορμή την επλογή της στη θέση του ειδικού συμβούλου μετανάστευσης του υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη δέχτηκε πρόσφατα αήθεις και ετερόκλητες επιθέσεις με σεξιστικό και κακοπροαίρετο τρόπο ,αρκετές σχετικές και με την καταγωγή του πατέρα της, που είχαν ολοφάνερο στόχο να τη θίξουν προσωπικά και πολιτικά αγνοώντας βέβαια επιδεικτικά την επιστημονική της κατάρτιση και την ανθρωπιστική της δράση.
Σε πρόσφατη συνέντευξή της στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» ,όταν ρωτήθηκε αν την επηρεάζουν στον αγώνα της όλα αυτά απάντησε:
«…Προφανώς με επηρεάζουν αλλά κυρίως με προβληματίζουν. Με προβληματίζει που ένα μέρος της κοινωνίας μας επιδίδεται σε ανθρωποφαγικές τελετές όχι γιατί είναι κακοί άνθρωποι αλλά γιατί νιώθουν ότι δεν έχουν άλλο τρόπο να εκφραστούν, νιώθουν ματαιωμένοι, νιώθουν πληγωμένοι, νιώθουν εγκαταλελειμμένοι. Φυσικά και το αναγνωρίζω αυτό το συναίσθημα, κι εγώ νιώθω συχνά έτσι. Απλώς δεν επιτρέπω στον εαυτό μου, όπως και πολλοί άλλοι, να γίνεται φερέφωνο, να αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους και να κατασκευάζει εχθρούς. Είναι βαρετό και άνευ αποτελέσματος, δεν θα κάνει τη ζωή μας καλύτερη…Με προβληματίζει που μια Ελληνίδα με μητέρα Ελληνίδα και πατέρα πολιτογραφημένο Έλληνα συριακής καταγωγής, αντιμετωπίζεται ως αλλοδαπή…Αλλά βέβαια με γεμίζει χαρά και αισιοδοξία που ένας σημαντικός αριθμός άγνωστων σε μένα ανθρώπων εξέφρασε άμεσα τη συμπαράστασή του και καταδίκασε εξ ολοκλήρου , με αφορμή εμένα, κάθε είδους ρατσιστική και σεξιστική ρητορική…Προφανώς και στην Ελλάδα του 2009,μπορούμε να έχουμε το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στην επιλογή, το δικαίωμα στην αφήγηση…Μερικά πράγματα πρέπει να είναι πέρα από από μικροπολιτικές σκοπιμότητες, στερεότυπα και ανταγωνισμούς…»

4.Κωνσταντίνα Κούνεβα / Μια εργαζόμενη μετανάστρια που «ενοχλεί»

Η Κωνσταντίνα Κούνεβα είναι μια γυναίκα από τη Βουλγαρία που βρέθηκε στην Ελλάδα να δουλεύει ως καθαρίστρια σε μια από τις δουλειές που δεν συναντά πια κανείς πολλές ντόπιες γυναίκες. Είχε όμως και το θάρρος να ασχολείται ως συνδικαλίστρια με το συνολικότερο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων που επικρατούν στον κλάδο της και να αγωνίζεται συνειδητά για τη βελτίωση της κατάστασης και την υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων των δικών της και των συναδέλφων της. Επεδίωξε να φέρει στην επιφάνεια τα προβλήματα και το καθεστώς εκμετάλλευσης στο οποίο υπόκεινται χιλιάδες εργαζόμενες μετανάστριες γυναίκες. Δεν υπέκυπτε σε υποδείξεις και απειλές και αυτό της κόστισε μια βιτριολική δολοφονική επίθεση που την καθήλωσε για πολύ καιρό στη μονάδα εντατικής θεραπείας και έδωσε το έναυσμα για την έκφραση ενός κινήματος συμπαράστασης από ολόκληρη την ελληνική κοινωνία που υπήρξε πραγματικά πρωτοφανές.
Η αλληλεγγύη αυτή έστρεψε την προσοχή της κοινής γνώμης στις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στο χώρο του καθαρισμού και ανέδειξε όχι μόνο αυτό το θλιβερό περιστατικό αλλά και την επισφαλή απασχόληση στον τομέα ιδιαίτερα των αδύναμων γυναικών μεταναστριών όπου συγκλίνουν η σκληρή εργασιακή εκμετάλλευση, η απαξίωση της εργασίας και οι ρατσιστικές προκαταλήψεις.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο δημοσιογράφο Στ. Θεοδωράκη αποκαλύπτεται μέσα από τις απλές της απαντήσεις το πραγματικό ανάστημά της ως ανθρώπου και πραγματικού ενεργού πολίτη. Η παρακάτω σταχυολόγηση είναι ενδεικτική:
Πότε σκεφτήκατε την Ελλάδα για πρώτη φορά;
Επειδή σπούδαζα Ιστορία, ήθελα πολύ να δω την Ελλάδα. Πήρα βίζα, ήρθα, η μαμά μου ήταν ήδη εδώ, αλλά είδα μόνο την Ακρόπολη. Δεν ήξερα ελληνικά ούτε αγγλικά, και δεν κατάφερα να δω τίποτα άλλο. Γύρισα στη Βουλγαρία και είπα ότι θα έρθω άλλη φορά οργανωμένα, αλλά η ζωή μού σέρβιρε άλλα.
Μια ιστορικός να καθαρίζει τον σταθμό του ΗΣΑΠ.
Εθνογράφος είμαι.
Και πόσα λεφτά;
Α, στην αρχή ήταν 700 ευρώ. Μετά, σιγά σιγά έπεφταν οι μισθοί, μέχρι που είχαν φτάσει γύρω στα 520 ευρώ.
Ποια ήταν η βασική προσπάθειά σας ως γραμματέα στο σωματείο των καθαριστριών;
Η δουλειά μας ήταν να ενημερώνουμε τους εργαζόμενους για τα δικαιώματά τους. Κάναμε ελέγχους με την Επιθεώρηση Εργασίας σε διάφορα έργα, για να αποδείξουμε ότι όντως παρανομούν. Και προσπαθούσαμε να κάνουμε πρόταση νόμου να γραφτεί ως επάγγελμα ο καθαριστής, γιατί ακόμη δεν υπάρχει επάγγελμα καθαριστής.
Είσαστε ενταγμένη σε κάποιο κόμμα;
Όχι, δεν ασχολούμαι με κόμματα. Κάθε κόμμα είναι ένα πλαίσιο και κάθε άνθρωπος που συμμετέχει στο κόμμα είναι μια τελεία μέσα στο πλαίσιο. Υπάρχει ιεραρχία εκεί μέσα, κατά συνέπεια υπάρχει και ανταγωνισμός - ποιος θα πάρει την πρώτη θέση. Και αυτός ο ανταγωνισμός βγαίνει έξω, στην κοινωνία, και τελικά μεταδίδεται ένα άρρωστο πνεύμα σε όλη την κοινωνία.
Ποια είναι η ιδεολογία σας όμως;
Δεν έχω. Δεν χρειάζεται ιδεολογία στη ζωή, χρειάζεται σοφία. Οι άνθρωποι χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς έχουν ανακαλύψει τη σοφία.
Στη δουλειά υπήρχαν άνθρωποι που σας έλεγαν «πρόσεξε, Κωνσταντίνα, θα βρεις τον μπελά σου»;
Τώρα θα μπλέξω ανθρώπους άμα το δηλώσω αυτό το πράγμα, αλλά ερχόντουσαν και μου έλεγαν «τι θα πετύχεις με αυτά που κάνεις;». Ότι εγώ κάνω λάθος και αυτοί είναι σωστοί. Εγώ δεν νομίζω ότι έκανα λάθος, να βοηθάς τον κόσμο δεν είναι λάθος, αυτό είναι το καλό.
Δηλαδή, αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω, τα ίδια πράγματα θα κάνατε;
Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ, αλλά δεν πιστεύω ότι θα έκανα κάτι άλλο. Αφού με είχαν προειδοποιήσει
Ξέρετε ότι βγήκαν πολλοί στους δρόμους για σας. Όχι πάρα πολλοί, αλλά πολλοί.
Ναι, το έμαθα. Στην αρχή δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω. Μου φαινόταν περίεργο. Δεν υποστήριξαν όμως μόνον εμένα, προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, ήταν ένας τρόπος αντίδρασης.
Έγιναν διαδηλώσεις, έγραψαν συνθήματα.
Με αυτό, που γράφουν δηλαδή συνθήματα στους τοίχους, δεν συμφωνώ. Καλό είναι να έχεις άποψη, αλλά να μη χαλάς κάτι που δεν μπορείς να το φτιάξεις ξανά ο ίδιος. Πρέπει να προσέχουμε το περιβάλλον γύρω μας. Και τα μαγαζιά, τον κόσμο.
Δεν πιστεύετε δηλαδή στη βία. Ούτε ως απάντηση στη βία του κράτους.
Ε βέβαια, η βία δεν χρειάζεται. Υπάρχει ένας τρόπος πολύ καλός: ο λόγος.
Μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο μόνο με τον λόγο;
Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Βία σημαίνει φόβος. Βία χρησιμοποιεί αυτός που φοβάται. Για ποιον λόγο να χρησιμοποιήσει βία ο εργαζόμενος; Τι έχει να κερδίσει;
Μιλάτε σαν να μην έχετε μίσος μέσα σας.
Όντως δεν έχω μίσος, ναι.
Ούτε καν γι' αυτόν, τον συγκεκριμένο άνθρωπο που το 'κανε;
Τον λυπάμαι, αυτός ο άνθρωπος έχει προβλήματα μεγάλα. Πρόβλημα με την ψυχή του, τον εαυτό του. Έχει εγωισμό και φόβο.
Η ταπεινότητα, ο αυτοέλεγχος ταιριάζουν με τον ρόλο μιας δυναμικής συνδικαλίστριας;
Ε, μάλλον ταιριάζουν, αφού εγώ είμαι έτσι…

5. Τέτα Παπαδοπούλου / Μια αντιδογματική γραφή -όαση στην έρημο του φανατισμού και της επιλεκτικής λήθης
Η δημοσιογράφος Τέτα Παπαδοπούλου είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Κάθε 15 ημέρες ,στο φύλλο της Παρασκευής, επί πολλά χρόνια τώρα, η διάπλατα ανοικτή στον τόπο και τον κόσμο ματιά της ,μας μεταφέρει με το μοναδικό της αντιδογματικό και απροκατάληπτο λόγο σε μια πραγματική όαση, αληθινή ανάσα μέσα στην εκτεταμένη έρημο του φανατισμού και της μονομέρειας που –κακά τα ψέμματα- εξακολουθεί να συνυπάρχει με την απύθμενη μετριότητα ή και να είναι η κυρίαρχη κατάσταση στο χώρο της έντυπης και της ηλεκτρονικής μας πληροφόρησης.
Η οικουμενική της οπτική, η βαθιά ουμανιστική της συνείδηση και η ελεύθερη από δεσμεύσεις και συγκυριακές σκοπιμότητες και προτιμήσεις γραφή της μέχρι σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν μοναχικά δείγματα στο χώρο του ελληνικού τύπου και αθροίζονται αριθμητικά στα ελάχιστα ιδιώματα μιας επίμονης, υπεύθυνης και μοναχικής ίσως πορείας μέσα στο χάος της καθημερινής από-πληροφόρησης.
Η γραφίδα της δεν δίστασε ούτε στιγμή να στηλιτεύσει τις κάθε είδους ιδεολογικές ή και πραγματικές τρομοκρατίες της εποχής μας, τις σχεδόν απροσπέλαστες για τον ελληνικό τύπο μαζικές γενοκτονίες όπως εκείνη της μαρτυρικής Σρεμπρένιτσα τον τραγικό Ιούλη του 1994,τις στυγερές δολοφονίες δημοσιογράφων σαν την Άννα Πολιτκόφσκαγια που έκαναν το λάθος να αναζητούν την αλήθεια με τίμημα την ίδια τους τη ζωή. Την ίδια ώρα αντιμετώπισε σχεδόν με τρυφερότητα τις νεαρές επαναστατημένες κατά της θεοκρατίας γυναίκες σ΄όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου και στο Ιράν, συντάχθηκε με το δικαιωματικό σπαραγμό για το αίμα των αθώων παλαιστίνιων αλλά και ισραηλινών πολιτών από τις τυφλές βόμβες των κάθε λογής φανατικών και έσπευσε θαρραλέα να επισημάνει την ανάδυση και την ανάδειξη σε διακεκριμένους πολιτικούς ρόλους των κάθε λογής δικτατορίσκων του αναπτυσσόμενου κόσμου που αυτοχρίζονται σε επαναστάτες ηγέτες και κοσμούν με πόστερ τα αθώα νεανικά δωμάτια των παιδιών μας.
Σε πάμπολλες περιπτώσεις αναφέρθηκε στη φοβικότητα και τον αντισημιτισμό μας και καταδίκασε απερίφραστα την ολοφάνερη απέχθειά μας για την πραγματική ευρωπαϊκή προοπτική του τόπου μας για την οποία πάλαιψαν και πολιτικοί μας ηγέτες που τελικά ο τόπος δεν τους επεφύλαξε την καλύτερη μοίρα καθώς ποτέ δεν κατάφεραν να ενσωματωθούν στο λαϊκιστικό παραλήρημα που χαρακτηρίζει για πολλές δεκαετίες την πολιτική μας συνθήκη.
Ο δημόσιος λόγος της Τέτας Παπαδοπούλου είναι μια δοκιμασία για να ελέγχεται η αδρανούσα ευαισθησία μας και να καταδικάζεται απερίφραστα η εμφανής μας ροπή στην άκριτη και ιδεοληπτική μας προσαρμογή σε όλα όσα μας έχουν μέχρι τώρα γαλβανίσει ανεπίστροφα και αρνούμαστε πολλές φορές να παραδεχτούμε ή και να κατανοήσουμε πως προδίδουν την ίδια την ανθρωπιά και τη συνείδησή μας. Ο λόγος της, μια διαρκής και νηφάλια επίκληση στη «δίκαιη μνήμη» και περισσότερο στην αναζήτηση της αλήθειας του καθενός που καμιά φορά μπορεί να διαφέρει από εκείνη του «άλλου», ναι είναι ικανός να επαναθεμελιώνει –έστω και κάθε δεύτερη Παρασκευή -την κατά τεκμήριο χαμένη αξιοπιστία του ελληνικού τύπου και μαζί της βέβαια και ηθικά τον «κόσμο» μας…

Ο.Σ. / 22.12.2009
*Όσα αξίζει να θυμόμαστε_02

13.5.10

ΣΑΝ ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΤΗΣ ΖΩΜΙΝΘΟΥ*

_μια εικόνα_ένας βόμβος_χίλιοι συνειρμοί

ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΕΙΔΩΡΟΣ ΗΧΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΜΕΛΙΣΣΟΚΗΠΟ ΤΟΥ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ…



Μελίσσι στη Ζώμινθο, φωτ. Odyss/2010
Με αφορμή μια επίσκεψη στα Ανώγεια και το «μαγικό» τους βουνό,
η γοητευτική συνάντηση με μια δυνατή εικόνα που λέει τα πάντα,
την ώρα μιας αμήχανης συγκυρίας που απαιτεί θετικές προσλήψεις
που μπορούν να μας κινητοποιούν και να εναντιώνονται στο τέλμα…
Η ανάβαση στον Ψηλορείτη και το οροπέδιο της Νίδας περνά μέσα από τον αρχαιολογικό χώρο της Ζωμίνθου, εκπληκτικό τοπίο τόσο κοντά στο ιερό του Ιδαίου Άντρου, που ανασκάπτει ευλαβικά ένας από τους τελευταίους «αγίους της ελληνικής αρχαιολογίας», ο καθηγητής Γιάννης Σακελλαράκης με αφοσίωση και επιμονή μοναδική σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα. Για τούτο το μινωικό σπουδαίο οικοδόμημα, που με τρόπο μυστικό ίσαμε το 1982 διαφύλαξε μέσα στις τρικοκιές και τα κατσοπρίνια η περήφανη γη θα γράψω μια άλλη φορά μόλις καταφέρω να αγγίξω έστω και ελάχιστα τη σπουδαιότητα και την ουσία της μοναδικής του παρουσίας εκεί στο κέντρο ενός τοπίου κρητικού αξεπέραστου και συνάμα τόσο πρωτεϊκού που θαρρείς πως αυτονόητα στέκεται στην ίδια θέση από τις πρώτες ώρες της δημιουργίας.

Όταν η τέφρα του ηφαιστείου Εϊαφιαλαϊόκουλ από τους παγετώνες θα καταφτάσει σε λίγο ίσαμε της κορυφές του Ολύμπου και των ελληνικών βουνών μεταφέροντας τη μαύρη αλλά σπλαχνική γήινη σκόνη από το βορρά στην εσχατιά του μεσογειακού νότου -που τόσο μας αναστατώνει επιβάλλοντας τη φυσική ιεραρχία πάνω στον προγραμματισμό μας- ίσως τα χιόνια του Ψηλορείτη να΄ χουνε λιώσει από το δυνατό μαγιάτικο ήλιο και να γλιτώσουν έτσι το χρωματιστό πέπλο που θα σκουρήνει το εκτυφλωτικό λαμπίρισμά τους μέσα στο ανέβασμα της μέρας .Βρέθηκα στη Νίδα μια μέρα του Φλεβάρη με τη σκόνη της Σαχάρας να΄χει φτάσει ίσαμε τις κορυφές της Ίδης και το χρώμα του αιώνιου χιονισμένου τοπίου να’ ναι βαμμένο σε αποχρώσεις υποκίτρινες και καφετιές. Περπάτησα πάνω στο παγωμένο ολόλευκο μαξιλάρι μιας πανάρχαιας γης και κατάφερα να καταδυθώ στο Ιδαίο άντρο την ώρα που οι νεροσυρμές του λιωμένου από το χειμωνιάτικο ήλιο χιονιού, πλημμύριζαν την οροφή και σαν χρυσή βροχή -όπως τον ίδιο το νεφεληγερέτη κρηταγενή Δία- σαρώνοντας το χάος της σπηλιάς μας ράπιζαν τα πρόσωπα και μας διαπερνούσαν με την ίδια ένταση που χιλιάδες χρόνια τώρα υποδέχονται τους επισκέπτες και τους προσκυνητές.


Ιδαίο Άντρο,φωτ. Οdyss/2010
Η χτεσινή εικόνα μιας καινούριας φύσης που αναδύεται την ώρα της ανοιξιάτικης κυοφορίας πλούτισε την εμπειρία μου με μια ενισχυμένη βεβαιότητα πως ετούτος ο κόσμος είναι ξέχωρα και ολότελα μοναδικός. Από το Γενάρη με τα γυμνά κλαδιά και μετά τον Απρίλη με τα ολάνθιστα κλαδιά και τα λαμπερά σαν το χιόνι λουλούδια και μέχρι τώρα τη χτεσινή ώρα που έδεσαν τα φύλλα γεμίζοντας το οπτικό πεδίο με χιλιάδες πράσινες παραλλαγές μιας ανεξάντλητης παλέτας που θα τη ζήλευε κι ο αγιογράφος της Παναγίας της Κεράς στην Κριτσά που έντυσε με σμαραγδόχρωμες φορεσιές τις αγίες του βόρειου κλίτους, οι μετασχηματισμοί της φύσης και του τοπίου είναι από μόνοι τους μια διήγηση της αέναης δημιουργικής γραφής που ξεκινά από το μηδέν για να φτάσει στην πιο εκρηκτική –σαν το ηφαίστειο- ολοκλήρωση κι ύστερα πάλι να ξεκινήσει ξανά και ξανά «νυν και αεί» τον ίδιο αιώνιο κύκλο στον αχανή ωκεανό του κοσμικού μας τοπίου…

Οι εικόνες εδώ πάνω έχουν την πρωταρχική τους αξία, πλουτισμένη μόνο από το αληθινό νόημα μιας ακατάλυτης φυσικής αλληλουχίας. Εδώ έχει τον πρώτο λόγο ο ψίθυρος του αγέρα μέσα στα κλαδιά και στα φυλλώματα, τα κουδούνια που σιγολαλούν σχεδόν σαν επίκληση την ώρα που τα σταλισμένα οζά ξεκουράζονται στον ίσκιο και στην πλαγιά από τη ζεστή σχόλη της μέρας και το πολύβουο διπλανό μελίσσι που συνάντησα στο δρόμο μου ,στολισμένη λες εγκατάσταση ενός καλλιτέχνη μέσα στο μεσημεριανό ήλιο και κυψέλη ασταμάτητη μιας δημιουργικής έγνοιας…Σταμάτησα και αναζήτησα το συμβολισμό που αναμφίβολα αποκτά στα μάτια και το μυαλό μας ετούτη την ταραγμένη εποχή, το ακούραστο σμήνος των μελισσών που φορτωμένο από την πρωινή έφοδο στον ουρανό και στα μυρωμένα άνθη της πλάσης επιστρέφει για να αποθέσει τα γλυκά δώρα στην κηρύθρα ,τροφή και νάμα για όλους και για μας που πάντα βουτούσαμε τα ανευλαβή δάκτυλά μας στο μέλι και καμιά φορά σαν το Γλαύκο** της μινωικής εποχής πέφταμε οι ίδιοι για να χαθούμε στο τέλος μέσα στο πιθάρι της πιο γλυκιάς επιθυμίας που εκμαυλίζει τις αισθήσεις και μας μεταμορφώνει σε άπληστους αυτόχειρες μιας ακόρεστης και στο τέλος μοιραίας εξάρτησης από τις υλικές μας επιθυμίες.

Τα μελίσσια του μεσημεριανού στη χαμηλή πλαγιά κοντά στην πηγή και το μονοπάτι του Πλάτωνα όπως το αποκαλούν από τους παλιούς χρόνους, ήταν μια δυνατή εικόνα που δεν μπορεί να μου φύγει από το νου. Οι μέλισσες έρχονται και φεύγουν και δεν σταματούν λεφτό να μαζεύουν το νέκταρ και να γονιμοποιούν τους ύπερους την ίδια ώρα και να μετατρέπουν κρυφά μυστικά της φύσης σε μια διαρκή έκρηξη ζωής και να δουλεύουν ασταμάτητα και να διανύουν χιλιόμετρα με το πέταγμα των μικρών τους φτερών και να μην διστάζουν να θυσιαστούν κιόλας για να υπερασπίσουν τη φωλιά και τη νέα γενιά των μελισσών από τους σφήκες και τα άλλα φονικά έντομα που τις κατακλύζουν και αποτελούν την πιο ισχυρή συμβολική και κυριολεκτική αναφορά που μας εφοδιάζει με μεστά νοήματα και συσχετισμούς από τους πανάρχαιους χρόνους και εξακολουθεί πάντα η κυψέλη και ο πολύβουος κόσμος της να αποτελεί το όριο της έκφρασης και της ύπαρξης του πιο δημιουργικού και προκομμένου εργαστηρίου που χαρίζει τα δώρα του και σε καιροσκόπους μελισσοκόμους σαν κι εμάς…

Ονειρεύτηκα μια συνθήκη σαν αυτή εδώ με την ακατάλυτη φυσική αειφορία που αποπνέει το μελίσσι της Ζωμίνθου…Που με αυταπάρνηση και ακατάπαυστη διάθεση κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις του τόπου σαν σμήνος μελισσών με όλη εκείνη την εύφορη δημιουργική διάθεση…Με μακρινές και κοντινές πτήσεις στο τοπίο μιας ζείδωρης φύσης που τόσο αμνήμονες εξαντλούμε καθημερινά, με αλληλεγγύη και τρυφερότητα για όλους εκείνους που μπορούν να σταθούν και να πετάξουν –καμιά φορά- δίπλα μας αλλά και για όσους ποτέ δεν απέκτησαν φτερά ή δεν πρόλαβαν να τ΄ανοίξουν στο φως της μέρας ή τα τσάκισαν στα σκληρά βράχια ενός αδέξιου πετάγματος, με δίκαιη κοινοκτημοσύνη στο μερίδιο μιας κυψέλης από την οποία όλοι έχουν δικαίωμα όσο υπάρχει ο χυμός της γύρης και των λουλουδιών, από αφοσιωμένη και μέχρις αυτοθυσίας ανάλωση για όσα πρέπει από κοινού να υπερασπίσουμε και να διαφυλάξουμε από κάθε λογής αρπακτικά και σφηκόσχημους υπονομευτές, από μια κοινή -όχι μόνο από ένστικτο- αλλά κυρίως βασισμένη σε αξίες και συναισθηματική νοημοσύνη στάση που μπορεί να μας πλουτίζει με τα δώρα της ζωής και να μας κάνει να νιώθουμε πλάσματα ενός αδιαίρετου κόσμου και μιας Φύσης γενναιόδωρης και μυστικής συνάμα σαν διανοητικής επίκλησης, σαν προσωπικής προσευχής στην κοινή συνείδηση της ύπαρξης…

Οdyss,13.05.2010
*Μινωική Ζώμινθος:
Η ανακάλυψη ενός τεράστιου Μινωικού κτιρίου στις βόρειες παρυφές του όρους Ίδη (Ψηλορείτης) στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κέντρισε το ενδιαφέρον της αρχαιολογικής κοινότητας για διάφορους λόγους. Η ύπαρξη μιας κολοσσιαίας μινωικής κατασκευής σ’ ένα μέρος που βρίσκεται αρκετά πάνω από το γεωγραφικό μήκος των μοντέρνων Κρητικών εγκαταστάσεων, υπήρξε μια αποκάλυψη από μόνη της. Η ασυνήθιστη ποιότητα της κατασκευής και η προσεγμένη δόμηση, που εμπεριείχε κάποια χαρακτηριστικά που απαντώνται μόνο σε ανακτορικού τύπου αρχιτεκτονική, αναβάθμιζαν τη σημασία των ευρημάτων. Παρά το γεγονός ότι 5 ανασκαφικές περίοδοι από το 1983-1990 αποκάλυψαν μονάχα ένα μικρό κομμάτι από ένα καλοδιατηρημένο κτίριο, μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε το μέγεθος το μήκος και τη χρήση του, καθώς επίσης και την ημερομηνία και την αιτία της καταστροφής του.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ζωμίνθου βρίσκεται περίπου στα μισά της απόστασης ανάμεσα στο χωριό Ανώγεια και στον αρχαίο ιερό του Ιδαίου Άντρου, κυριαρχώντας πάνω σε μικρό επίπεδο τμήμα των βόρειων πρόποδων της Ίδας, 1187μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Η ανασκόπηση των αρχαιολογικών εργασιών στο Ιδαίο Άντρο από τον Γιάννη Σακελλαράκη το 1982 οδήγησε στην ανακάλυψη των μινωικών ερειπίων της Ζωμίνθου. Κατά τη διάρκεια μιας αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή ο Σακελλαράκης εντόπισε τη μινωική τοποθεσία και ξεκίνησε την πρώτη συστηματική ανασκαφή. Η πεντάχρονη ενδελεχής και σε μικρή κλίμακα έρευνα πεδίου (1983, 1986, 1988, 1989 και 1990) σταδιακά αποκάλυψε ένα τεράστιο κτίριο το οποίο συμβατικά ονομάστηκε Κεντρικό Κτίριο, το οποίο αναπτύσσεται σε μεγάλο σχετικά ύψος, καθώς και τα ερείπια των βοηθητικών του εγκαταστάσεων. Σημάδια σύγχρονων λεηλασιών εντοπίστηκαν σε δύο περιοχές στο βορειοανατολικό τοίχο και στη δυτική πτέρυγα του κτιρίου. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες των κατοίκων των Ανωγείων, παράνομες ανασκαφές στη δεύτερη περιοχή (δωμάτιο 9) έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 1960, οι οποίες και αποκάλυψαν, ανάμεσα σε άλλα ευρήματα, μια ανδρική και μια γυναικεία φιγούρα οι οποίες και πουλήθηκαν αργότερα σε εμπόρους αρχαιοτήτων του Ηρακλείου.

Η Ζώμινθος χωροθετείται στο αρχαίο σταυροδρόμι που οδηγούσε από τα ανατολικά και τα βορειοανατολικά στο σπήλαιο του Ιδαίου Άντρου και ενδεχομένως ένωνε την τοποθεσία με σημαντικά μινωικά κέντρα όπως η Τύλισσος, ο Σκλαβόκαμπος και η Κνωσός. Η βορειοανατολική διαδρομή η οποία πιθανότατα ακολουθούσε περίπου τη γραμμή του σύγχρονου δρόμου, παρείχε πρόσβαση προς τον Σκλαβόκαμπο και λίγο μακρύτερα βορειοανατολικά, προς την Τύλισσο. Η ανατολική διαδρομή συνέδεε την Ζώμινθο με την Κνωσσό μέσω του Κρουσσώνα και του Αγίου Μύρωνα. Κατά μήκος και των δύο διαδρομών υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις της μινωικής κυριαρχίας/παρουσίας. Εκτός από τους γνωστές πλέον τοποθεσίες της Τυλίσσου και του Σλαβόκαμπου θα πρέπει να αναφερθεί και η ύπαρξη των ακόλουθων μινωικών θέσεων: κατά μήκος της ανατολικής διαδρομής ένα μικρό σπήλαιο με ίχνη μινωικής κυριαρχίας στην τοποθεσία Κυλίστρια περίπου 1,5km ανατολικά της Ζωμίνθου, νεοανακτορικές οικίες, και τουλάχιστον ένα κορυφαίο ιερό στην περιοχή του Κρουσσώνα, ένα νεκροταφείο, και άλλα ακόμη σποραδικά ευρήματα στην περιοχή του Αγίου Μύρωνα και κατά μήκος της βορειοανατολικής διαδρομής, το Καβούσι γύρω στο 1,5km νότια από τα Σίσαρχα, το γνωστό κορυφαίο ιερό πάνω από τις Γωνιές, και το κορυφαίο ιερό του Πύργου που πιθανώς συνδεόταν με την Τύλισσο. Τέλος, ανάμεσα στις δύο μινωικές οδούς, πάνω από το οροπέδιο Πενταχέρι, βρίσκεται το κορυφαίο ιερό της Κεριάς.

Το αρμονικό τοπίο της Ζωμίνθου, ένα βοσκοτόπι με χαμηλούς λόφους, μικρά επίπεδα υψίπεδα κα διάσπαρτα δέντρα, είναι ένα ιδανικό μέρος για στάση στο δρόμο προς την κορυφή του βουνού. Η γεωγραφική σημασία της τοποθεσίας τονίζεται επιπρόσθετα από το γεγονός ότι το κεντρικό κτίριο και οι βοηθητικές του εγκαταστάσεις χωροθετούνται δίπλα σε μια πλούσια πηγή ύδατος, που έκανε το οροπέδιο της Ζωμίνθου ένα αγαπητό βοσκοτόπι από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Η μινωική τοποθεσία της Ζωμίνθου αγκαλιάζει το Κεντρικό Κτίριο, τις γύρω εγκαταστάσεις και το νεκροταφείο. Το Κεντρικό Κτίριο της LM IA περιόδου, στο οποίο είχε επικεντρωθεί η προηγούμενη αρχαιολογική έρευνα βρίσκεται στις Αλώνες στη νοτιοδυτική πλευρά του υψιπέδου της Ζωμίνθου, δυτικά του σύγχρονου δρόμου που οδηγεί από τα Ανώγεια στο οροπέδιο της Νίδας και στο σπήλαιο του Ιδαίου Άντρου. Κρίνοντας από τα επιφανειακά ευρήματα και από δοκιμαστικές τομές γύρω από το κτίριο, η εγκατάσταση είχε ένα αξιόλογο μέγεθος (πάνω από ένα στρέμμα) και τουλάχιστον δύο χρηστικές φάσεις χρονολογούμενες στις LM IA και LM III περιόδους. Τέλος, σ΄ένα βραχώδες καταφύγιο στην κορυφή του χαμηλού λόφου Σπηλιάρι γύρω στα 500μ νότια του Κεντρικού Κτιρίου, βρέθηκαν ανθρώπινα οστά, θραύσματα από ταφικά αγγεία (πίθοι και λάρνακες), κεραμικά και άλλα μικρά ευρήματα, που σηματοδοτούν τη θέση του νεκροταφείου της εγκατάστασης.
(υλικό από το διαδικτυακό τόπο της ανασκαφής του
Αρχαιολόγου Καθηγητή Γιάννη Σακελλαράκη)
**Γλαύκος:
Ο Γλαύκος ήταν γιος του Μίνωα και της Πασιφάης. Παιδί ακόμα, κυνηγώντας ένα ποντικό, έπεσε σε ένα πιθάρι γεμάτο μέλι και πνίγηκε. Μετά από πολλές έρευνες, ο Μίνωας βρήκε το πτώμα του με τη βοήθεια του Απόλλωνα. Μαθεύτηκε τότε πως κάποιος μπορούσε να αναστήσει το νεκρό αγόρι: Θα ήταν όποιος κατάφερνε να περιγράψει το χρώμα μιας αγελάδας του κοπαδιού του, το χρώμα της οποίας άλλαζε τρεις φορές τη μέρα. Ο Μίνωας κάλεσε τότε τους ικανότερους ανθρώπους του και τους ζήτησε να περιγράψουν το χρώμα του θαυμαστού αυτού ζώου. Το πέτυχε μόνο ο Πολύιδος, γιος του Κοιρανού, λέγοντας πως το ζώο αυτό είχε το χρώμα του μούρου: άσπρο στην αρχή (άγουρο), κόκκινο αργότερα και τελικά μαύρο (ώριμο). Ο Μίνωας έκλεισε τότε τον Πολύιδο κάπου μαζί με το πτώμα του Γλαύκου και τον διέταξε να ξαναδώσει τη ζωή στον γιο του. Καθώς ο Πολύιδος καθόταν δίπλα στο πτώμα, είδε να προχωρά προς αυτό ένα φίδι, φοβήθηκε μήπως το φάει ή το βλάψει και το σκότωσε. Λίγο αργότερα όμως φάνηκε δεύτερο φίδι που, βλέποντας το πρώτο νεκρό, έφυγε για να επιστρέψει σε λίγο έχοντας στο στόμα του ένα χόρτο, με το οποίο άγγιξε το νεκρό φίδι και αμέσως αυτό αναστήθηκε. Ο Πολύιδος άρπαξε τότε το χόρτο, άγγιξε με αυτό τον νεκρό Γλαύκο και αυτός αναστήθηκε. Ο Μίνωας όμως δεν έμεινε ευχαριστημένος και πριν αφήσει τον Πολύιδο να επιστρέψει στην πατρίδα του, του ζήτησε να μάθει την τέχνη στον Γλαύκο. Ο Πολύιδος υπάκουσε, αλλά φεύγοντας έφτυσε στο στόμα του Γλαύκου, κάνοντάς τον να ξεχάσει όλα όσα είχε μάθει. Σύμφωνα πάντως με άλλη παράδοση, ο Γλαύκος αναστήθηκε από τον Ασκληπιό.
Ο μύθος επιβιώνει και στη νεότερη λαϊκή παράδοση του «ρόδου του αμάραντου»: Κι εδώ το φίδι που βγαίνει από το φαράγγι κρατά στο στόμα του κόκκινο τριαντάφυλλο που έχει τη δύναμη να ανασταίνει νεκρό.
(aπό την Wikipedia)