23.12.10

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ

ΙΝ ΜΕΜΟΡΙΑΜ*
Στον ιχνευτή του σκεύους του Χρόνου…



Σπουδαίο είναι εκείνο που μπορεί να σε κινητοποιεί. Να σε μεταμορφώνει. Να σε αφήνει να πορεύεσαι με όνειρα την ώρα που η λογική αλλιώς σε κατευθύνει. Να σε γοητεύει και να αφυπνίζει την έμπνευσή σου. Να επαναθεμελιώνει τη διάρκεια των αυτονόητων συνειρμών της ύπαρξης. Να σε συμφιλιώνει με το πεπερασμένο, δείχνοντάς σου τα αφανή όρια της αιωνιότητας. Να σε κάνει να καταδύεσαι στο βάθος των πραγμάτων και να αναζητάς την ουσία που διαρκεί και αντέχει στο χρόνο…

Διάβασα τα βιβλία του Γιάννη Σακελλαράκη[1] πριν τον γνωρίσω και με αφύπνισαν με τις πολύπλοκες συνάψεις τους. Με τη βαθιά τους έγνοια για την άλλη –αθέατη- όψη των πραγμάτων που συνορεύει με την αληθινή τους ουσία. Τα ξαναδιάβασα όταν μοίρα κοινή το θέλησε να συναντηθούμε φέτος στις αρχές του χρόνου για μια μελέτη του Δήμου Ανωγείων στον αρχαιολογικό χώρο της Ζωμίνθου, πάνω στον Ψηλορείτη. Εκεί που αυτός και η Έφη Σακελλαράκη, ανέσκαψαν για χρόνια με σεβασμό στο τελευταίο χαλίκι αυτής της πανάρχαιας γης και μας αποκάλυψαν το υλικό μιας εποχής που σημάδεψε την Κρήτη, αφήνοντας από την ανατολική εσχατιά της Ζάκρου, ίσαμε τις Αρχάνες και τον Ψηλορείτη τα ακατάλυτα σημάδια μιας διαδρομής τόπων κι ανθρώπων που στα χρόνια εκείνα ορίζανε μόνο οι αυτονόητες καθημερινές ανάγκες και η κοινή συνθήκη της συνύπαρξης με τη φύση.

Τώρα πιο πρόσφατα ξαναδιαβάζοντάς τα ταράχτηκα ακόμη πιο πολύ. Γιατί ο σπουδαίος αυτός αρχαιολόγος και άνθρωπος, δεν έκανε τίποτα άλλο στη ζωή παρά να αναζητά και να ανακαλύπτει αυτό που είχε κτισμένο με χιλιάδες ψηφίδες μέσα του. Την ανεπιτήδευτη, καθαρή σαν κρύσταλλο και βαθιά ουμανιστική του ματιά που κατάφερε με πολύ κόπο και χωρίς καμιά υποχώρηση σε σειρήνες και την ευτελή όψη της πολλής συνάφειας των ανθρώπων να κτίσει κομμάτι - κομμάτι και όταν ο χρόνος όριζε να σκύβει με κουράγιο και απίστευτη επιμονή και να την ξαναφέρνει στο φως της επιφάνειας του κόσμου. Σαν τις λαμπερές τρισχιλιόχρονες ελιές της Ζάκρου[2], σαν τις αιώνιες όρθιες πλάκες που οριοθετούν τις άκρες του τοπίου της Ζωμίνθου εκεί που στέκουν τα μιτάτα της ανασκαφής του Ψηλορείτη, σαν τα υπέροχα σκεύη της μνήμης στο μοναδικής απλότητας και δύναμης μικρό αρχανιώτικο μουσείο που πρόσφερε αυτός και η Έφη ,αντίδωρο ενός πολύχρονου κάματου στη γη με τα λιόδεντρα και τους αρχαίους αμπελώνες.

Το πολύβουο μελίσσι που πίνει νερό από τη γούρνα που απόθεσε στοργικά εκεί ψηλά δίπλα στο χώρο της Ζωμίνθου κτίζοντας με νόημα το περίσσευμα και τους λιθοσωρούς των αρχαίων σπαραγμάτων[3], είναι εκεί από την άνοιξη, την ώρα της ανθοφορίας, ίσαμε το τέλος του καλοκαιριού, θυμίζοντας την ακατάλυτη συνέχεια και τους δεσμούς με τη φυσική ιεραρχία και τη δύναμη της ζωής, που ο αρχαιολόγος σ΄όλο του το βίο σεβάστηκε και υποκλίθηκε μπροστά της. Στην πρώτη μας συνάντηση, στις αρχές του χρόνου, μου εξομολογήθηκε την αγάπη του για τα πρόβατα – τη Βαγγελιώ, τη Μαρίνα, τον Ευθύμη- που τα βάφτιζε και τα μεγάλωνε ο ίδιος και τ΄άφηνε να βόσκουν εκεί δίπλα στις αρχαίες πέτρες του μεγάρου, για να μαρτυρούν την ανέγγιχτη κληρονομιά και τη συνέχεια ενός βίου απαράλλαχτου που ο ίδιος δεν ήθελε καθόλου να διαταράξει…

«Ένδον σκάπτε» έγραφε ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Σακελλαράκης μας το θύμιζε, κάνοντας κι ο ίδιος δια βίου μια διαδρομή, διαρκή μαθητεία και κατάδυση σ΄αυτό το «έσω» και μαζί βαθύ τοπίο που υπάρχει άδηλο και χαρακτηρίζει τελικά και όσα ψάχνουμε να βρούμε, αλλά και όσα αληθινά αντιπροσωπεύουμε. Στην κατάθεσή του από τη μακρόχρονη εμπειρία μιας σπουδαίας διαδρομής ως αρχαιολόγου και ανασκαφέα ο Γιάννης Σακελλαράκης ομολογεί πως πολλές φορές έθεσε ο ίδιος όρια στη φανερή βία της έρευνας και της ανακάλυψης, σταματώντας συνειδητά το σκάψιμο και το ανακάτεμα της γης, που τόσο ευλαβικά πολλές φορές απέκρυψε και προστάτεψε από τη σπουδή και τη βουλιμία του βλέμματος, θησαυρούς και προίκα του χρόνου μοναδική, μνημειωμένη με αφανή τρόπο κάτω από χώματα και φερτές ύλες μιας πολύχρονης εναπόθεσης, με δέντρα πολλές φορές να θάλλουν από πάνω, με έργα ανθρώπων νεώτερα να τα επικαλύπτουν και να δίνουν άλλο σχήμα στη ροή των πραγμάτων, στους φυσικούς δρυμούς, στο διάβα της αιωνιότητας…

Συνάντησα το Γιάννη Σακελλαράκη τελευταία φορά στο Μεϊντάνι, την πλατεία στ΄ Ανώγεια το καλοκαίρι μαζί με τη σύντροφο του Έφη. Καθισμένος εκεί που κάποια καλοκαίρια του ΄80, ο Μάνος Χατζιδάκις με το Φίλιππο Ηλιού ,το νεαρό τότε Λουδοβίκο και τους επισκέπτες μιας πρωτόγνωρης πολιτιστικής αφύπνισης -που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη γη του Ψηλορείτη- έκανε τις ατέλειωτες κουβέντες που μας πλούτιζαν, νέους τότε και διψασμένους για κάθε τι φοιτητές. Δυο χρόνια μετά -το 1982- ο Χατζιδάκις εγκαινίαζε με συναυλία του ένα θέατρο αφιερωμένο στη μνήμη του πρόσφατα χαμένου λυράρη και τραγουδιστή του «Μεγάλου μας τσίρκου» και των ριζίτικων τραγουδιών της Κρήτης που κρατούσαν ζωντανές τις συνειδήσεις, του Νίκου Ξυλούρη…

Εκεί λοιπόν, ο Γιάννης Σακελλαράκης, φιγούρα βγαλμένη λες αυτούσια από πίνακα του Γκρέκο ή των Κρητών αγιογράφων μας πρόσφερε καφέ και γαλακτομπούρεκο «θεϊκό» όπως το αποκάλεσε…Τα χαρακτηριστικά του όλο και πιο πολύ μου θύμιζαν γερο βοσκό της Νίδας που ροβόλησε στα πεδινά και μπλέχτηκε με τους γραμματισμένους και τη διανόηση… Λες κι ο πιο σπουδαίος Έλληνας αρχαιολόγος είχε πάρει κάτι από τις αιώνιες κομψές φιγούρες που είναι χαραγμένες στους μινωικούς σφραγιδόλιθους, αγέρωχος κι ευθυτενής σαν «ανθρωπόλιθος» εκεί κοντά στη Ζώμινθο…Θυμήθηκα φιγούρες των παιδικών μου χρόνων, άλλους πραγματικούς βοσκούς από το Καθαρό[4] να μπαινοβγαίνουν με τα βαριά ρασίδια τους και τα χοντρόσολα στιβάνια, αξύριστοι αλλά αναντρανισμένοι να φέρνουνε τον κάματο της μέρας τυλιγμένο στα τουπιά[5] στο πάντα ανοικτό γι΄αυτούς μπακάλικο του δικού μου του πατέρα –του Νικολή του Μαθαιογιώργη[6]- που ήταν κι αυτός στα νιάτα του βοσκός ψηλά στον Περθιανό[7], μέχρι που η μοίρα του τόπου με τα βάσανά της του επέβαλε και του ίδιου να μείνει οριστικά στην Κριτσά, χωρίς ποτέ όμως να σβήσει από μέσα του τη φλόγα και το δέσιμο με όλο αυτό τον κόσμο το βουνίσιο…

Η Ζώμινθος κοντά στ’ Ανώγεια είναι ένας κόσμος που μας μεταφέρει τα υλικά του χρόνου , σκεύος μιας μνήμης ακατάλυτης ενός τοπίου κατοικημένου για χιλιάδες χρόνια από θεούς κι ανθρώπους. Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ευχήθηκε στο νεαρό αρχαιολόγο «..να τον φυλάει ο Θεός της Κρήτης», δεν μπόρεσε να καταλάβει στην αρχή τι αληθινά εννοούσε αυτός ο σπουδαίος γραφιάς και διανοούμενος, μορφή γιγάντια για το νησί και για τον τόπο. Όσο περνούσαν τα χρόνια ο Σακελλαράκης, με καταγωγή από την Κυνουρία, δέθηκε με την κρητική γη, ανασκάπτοντας το παρελθόν της από το φαράγγι των νεκρών με τις ταφές στη Ζάκρο, ίσαμε το νεκροταφείο στο Φουρνί ,το ανάκτορο στις Αρχάνες και τη Ζώμινθο και φέρνοντας στο φως της μέρας πάλι από ολόγιομες ελιές στη Ζάκρο, ίσαμε φοβερές τελετουργίες στα Ανεμόσπηλια και λατρευτικές αποθέσεις στα έγκατα της γης του Ιδαίου Άντρου, αγγίζοντας με την αξίνα και τα χέρια του τα ίχνη της χιλιόχρονης παρουσίας αυτού του ίδιου του Κρηταγενή Θεού, του Δία…Κατάλαβε καθώς μεγάλωνε ποιος ήταν πραγματικά ο Θεός ετούτου του νησιού, γιατί έγινε σιγά σιγά κι αυτός ένα μικρό κομμάτι αυτής της ιερής γης που τόσο την αγάπησε, αναζητώντας με τρυφερότητα σχεδόν να του προσφέρει –και το΄κανε απλόχερα- το σκεύος της πολύχρονης διαδρομής της, σ΄όλες τις στρώσεις της από το βάθος του κόσμου της ανασκαφής ίσαμε και ψηλά εκεί που δροσερό αγέρι χαϊδεύει τις κορυφές στις αιώνιες τρικοκιές8 και μεταφέρει τη γύρη στα κατσοπρίνια και τα ορεινά λουλούδια την ώρα που στον Ψηλορείτη το τελευταίο φως μόλις που αφήνει να διακρίνεται ο όγκος του μινωικού οικοδομήματος στη Ζώμινθο και οι σκιές κάνουν τα χαράκια, τα μιτάτα και τις αρχαιότητες να γίνονται όλα ένα, σαν να ήτανε πάντα εκεί, μέρος του ίδιου απαράλλαχτου τοπίου…

Αυτά τα λίγα λόγια, όψιμη μαρτυρία, στην αγαθή τύχη που το’ φερε να γνωρίσω το Γιάννη Σακελλαράκη στην αρχή αυτής της χρονιάς στ’ Ανώγεια, τα εναποθέτω με βαθιά εκτίμηση στη διαρκή παρουσία του που θαρρώ πως θα εκφράζουν στο χρόνο όλα εκείνα τα σκεύη του πολιτισμού που μας αποκάλυψε, κάνοντάς μας κοινωνούς ενός μικρού –αλλά τόσο σημαντικού για μας- μέρους του χάους που μας περιβάλλει και μετατρέπει τα πάντα σε σκόνη των άστρων για να επιστρέψουν και να πάρουν τη θέση τους κάποτε στο στερέωμα…Η Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, σύντροφος και κοινός ιχνευτής με τον ίδιο μιας αρχαιολογικής κατάδυσης μοναδικής για τον τόπο, είναι εκείνη που θα εξακολουθήσει να στέκει εκεί ψηλά στη Ζώμινθο, πάνω στις δικές του πατημασιές, αγναντεύοντας το τοπίο με τα δικά της κοινά και για ’κείνον μάτια, τιμώντας με μέτρο και αφοσίωση στο διηνεκές με την αφή της την ιερή γη, χαρίζοντας σε όλους την πολύτιμη σχέση μας με το αληθινό βάθος του κόσμου μας…

Οdyss , 21.12.2010

*Τίτλος του άρθρου μου που δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο ένθετο της εφημερίδας ΑΝΑΤΟΛΗ στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, στς 23.12.2010,στο πλαίσιο μικρού αφιερώματος που επιμελήθηκα για το μεγάλο αρχαιολόγο και ξεχωριστό άνθρωπο που διάβηκε πρόσφατα τον Αχέροντα.

Σημειώσεις:

1. Ο Γιάννης Σακελλαράκης (1936 – 28 Οκτωβρίου 2010) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και μέλος της ελληνικής αρχαιολογικής υπηρεσίας από το 1963. Διακρίθηκε για τις αρχαιολογικές του ανασκαφές και ανακαλύψεις Γεννήθηκε στην οδό Ηπείρου στην Αθήνα το 1936. Πήρε πτυχίο από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπηρέτησε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στην Κρήτη, σε ηλικία 27 ετών αρχικά ως επιμελητής Αρχαιοτήτων στο Μουσείο Ηρακλείου (1963-1968) κι αργότερα ως διευθυντής του (1980-1987) και στην Αθήνα ως επιμελητής Κρήτης και έφορος των Προϊστορικών Συλλόγων (1970-1980) και υποδιευθυντής (1987-1994) του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Αμβούργου και Χαϊδελβέργης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία και άρθρα, κυρίως για τους πρώιμους πολιτισμούς του Αιγαίου και ιδιαίτερα το μινωικό πολιτισμό. Έδωσε πολλές διαλέξεις σ' όλο τον κόσμο και έλαβε μέρος σε πάμπολλα συνέδρια και συμπόσια. Ήταν μέλος πολλών ελληνικών και ξένων επιστημονικών σωματείων. Βραβεύθηκε μαζί με την Έφη Σακελλαράκη από την Ακαδημία Αθηνών και τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τον Ιανουάριο του 2004 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το χρυσό σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Ο Γιάννης Σακελλαράκης διάβηκε τον Αχέροντα, στις 28 Οκτωβρίου του 2010. Ζήτησε τα οστά του να ταφούν στην Ζώμινθο του Ψηλορείτη την οποία και ανακάλυψε και ανέσκαψε με τη σύντροφό του Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη.

2.Η διήγησή του για την ανακάλυψη μιας κούπας με προϊστορικές ελιές στον αρχαιολογικό χώρο της Ζάκρου στη Σητεία, έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο του «Γεύση μιας προϊστορικής ελιάς» (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2006) και αποτελεί μια συγκλονιστική βιωματική του μαρτυρία.

3.Αναφορά κάνει σ΄αυτούς τους λιθοσωρούς στο βιβλίο του «Ανασκάπτοντας το παρελθόν» (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2005) , όπου προτείνει στους νέους ανασκαφείς αρχαιολόγους να συγκεντρώνουν το υλικό των σπαραγμάτων και της παραμικρής πέτρας της ανασκαφής και να το χρησιμοποιούν κτίζοντας ένα μικρό πέτρινο τοίχο ή ένα πεζούλι κοντά στον ίδιο χώρο.

4. Το οροπέδιο του Καθαρού της Κριτσάς (υψ. 1190 μ.) , κάτω από τις πιο ψηλές κορυφές του ορεινού όγκου της Δίκτης, που περικλείει στα σπλάχνα της και το Δικταίο Άντρο από τη μεριά του οροπεδίου Λασιθίου.

5.Τουπιά: Τα καλαθόπλεκτα σκεύη για την τοποθέτηση και το στέγνωμα του τυριού και της μυζήθρας.

6. Νικόλαος Γ. Σγουρός (1921-1988):Ο πατέρας του γράφοντος, όπως ήτανε γνωστός και ιδιαίτερα στα νεανικά του χρόνια (μέχρι το 1946) που ήτανε βοσκός στο Καθαρό.

7. Περθιανός: Χαμηλή κορυφή με μάντρες και μιτάτα κοντά στις ρίζες του Λάζαρου, του υψηλότερου βουνού του ορεινού όγκου της Δικτης.

8. Τρικοκιά: Δέντρο της ορεινής περιοχής του Ψηλορείτη. Μια μεγάλη τρικοκιά κοντά στην ανασκαφή του μεγάρου στη Ζώμινθο, έχει κηρυχτεί με πρωτοβουλία του ζεύγους Σακελλαράκη σε μνημείο της Φύσης.

2 σχόλια:

Triantafyllou Giorgos είπε...

Σε ευχαριστούμε Οδυσσέα για αυτό το ευαίσθητο κείμενο.Η απώλεια φέτος του Γιάννη Σακελλαράκη και του Δημήτρη Κωνστάντιου, δημιουργεί για τον τόπο ένα τεράστιο κενό στο χώρο του πολιτισμού. Τύχη αγαθή που συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί τους, εισπράτοντας την τόλμη , την καθαρότητα της σκέψης και την αφοσίωση τους σε ένα όραμα.
Καλή Χρονιά!

Πειραχτήρι είπε...

Κοιτάζω τη φωτογραφία της ανάρτησής σου Οδυσσέα, και βλέπω τον Γιάννη να κάθεται δίπλα στη "γούρνα που απόθεσε στοργικά εκεί ψηλά δίπλα στο χώρο της Ζωμίνθου κτίζοντας με νόημα το περίσσευμα και τους λιθοσωρούς των αρχαίων σπαραγμάτων", όπως γράφεις.

Ήταν ένας ωραίος άνθρωπος ο Γιάννης. Δέθηκε με τον Ψηλορείτη, ανέσκαψε το Ιδαίο Άντρο κι άρχισε τις ανασκαφές στη Ζώμινθο. Κρίμα που δεν πρόλαβε να τις τελειώσει.

Θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό που συνεργάστηκα μαζί του ως συντηρητής στη Ζώμινθο. Θα τον θυμάμαι πάντα να κάθεται κάτω από την μεγάλη τρικοκιά και να καπνίζει ασταμάτητα κρατώντας την Ανωγειανή βέργα του.