12.9.10

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΜΙΤΣΑΚΗΣ[1922-2009]

ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΒΙΟΥ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΜΙΤΣΑΚΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΝΕΑΠΟΛΗ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΛΑΣΙΘΙΟΥ [ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1904]
φωτ.2/ Ο Κωστής Παπαμιτσάκης με την ρετίνα του_1951



















Ένα ασπρόμαυρο λεύκωμα της Πολιτιστικής και Λαογραφικής Εταιρείας Απάνω Μεραμπέλλου και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου*, που έφερε πρόσφατα στη δημοσιότητα μικρό μέρος της φωτογραφικής μαρτυρίας του Κωστή Παπαμιτσάκη**– του μεταπολεμικού φωτογράφου της Νεάπολης Λασιθίου - υπήρξε αφορμή για την παρουσία μου σε μια παρουσίαση του βιβλίου*** με ποικίλες αναφορές στον ίδιο και στο περιεχόμενο της μεγάλης δημιουργικής του κατάθεσης, που δεν αρκέστηκε στην επαγγελματική μόνο κάλυψη των αναγκών της τοπικής ανθρώπινης κοινότητας αλλά κατέγραψε με το φακό και τις αλλαγές της μεταπολεμικής περιόδου του αστικού σχηματισμού της ιστορικής πόλης.

φωτ.1/Επιπλοποιός_1956
Το αρχείο του φωτογράφου μας προσφέρει σήμερα ,μέσα από ένα πλούσιο –ακόμη άγνωστο στο μεγαλύτερο μέρος του- οδοιπορικό, την ευαίσθητη και εκτεταμένη καταγραφή μιας δύσκολης εποχής κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τότε που η αγωνία του τόπου για ζωή δεν προδιέγραφε ακόμη τον «καταναλωτικό καταναγκασμό» της κατοπινής εξέλιξης και τα μικρά και τα μεγαλύτερα γεγονότα που τον κατέκλυζαν, αποτελούσαν υλικό ενός τοπικού σύμπαντος αρκετά διαφορετικού από τις μεγάλες αφηγήσεις του μακρινού κόσμου αλλά με μια αύρα που ενσωμάτωνε και τους κροσσούς συμβολής του με τις επιρροές της ευρωπαϊκής και της εγχώριας αστικής συνθήκης (φωτ.1).

Οι φωτογραφίες του Κωστή Παπαμιτσάκη απαθανάτισαν με συστηματικό τρόπο ανθρώπους, δραστηριότητες, κτίσματα ,εμβληματικά γεγονότα και αλλαγές ενός κοινού αστικού βίου, με διάθεση βαθιά διερευνητική που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούσε την απλή παρατήρηση και την καταγραφή στη φωτογραφική πλάκα και μετατρέπονταν σε προσωπική μαρτυρία και τεκμηρίωση του φανερού και του άδηλου υποστρώματος και του πραγματικού τους βάθους. Είχε μια ευαίσθητη κεραία που μπορούσε να αναγνωρίζει το σημαντικό και να το μετασχηματίζει σε φωτογραφική σκόπευση με διαθέσεις δημιουργικού σχολιασμού τόσο στο επίπεδο της μορφής (φόρμα) όσο και του περιεχομένου του συμβάντος. Το αισθητήριό του ξεπερνούσε το στιγμιαίο και το εφήμερο και αναζητούσε το ουσιώδες, δημιουργώντας έτσι ένα πυκνό «δημιουργικό ίζημα» του βλέμματος ανθεκτικό για να μην το ρευστοποιήσει ο χρόνος. Η ματιά του Παπαμιτσάκη διέθετε ένα ευδιάκριτα ανήσυχο αισθητικό υπόστρωμα, με ολοφάνερο αξιακό και ηθικό θα πρόσθετα έρμα, που μόνο η δυνατή εσωτερική του όραση**** μπορούσε να τον εφοδιάζει.

Η ειδοποιός διαφορά που μεταμορφώνει τις απλές φωτογραφικές λήψεις σε συμπυκνώσεις νοήματος που μπορεί να προσεγγίσει κανείς με πολυεπίπεδο τρόπο είναι η σχέση του ανθρώπου πίσω από την κάμερα με την αναζήτηση της α-λήθειας*****, που είναι η μόνη που μπορεί να ανασυνθέτει το εφήμερο υλικό περιτύλιγμα των φαινομένων και να το μετασχηματίζει σε διανοητικά επεξεργασμένο αντικείμενο της έμπνευσης. Η μνήμη και οι περιοχές της ανθρώπινης δημιουργικότητας είχαν πάντα δυναμική σχέση καθώς μέσω αυτών αναπτύσσεται η διεργασία που μπορεί να μεταστοιχειώνει τις απλές καθημερινές χειρονομίες σε καλλιτεχνικές διατυπώσεις. Αυτό μπορεί να το ανακαλύψει κανείς στη δημιουργική κατάθεση των σπουδαίων γνωστών φωτογράφων και αναμφίβολα βέβαια και στην προσωπική παραγωγή του Κωστή Παπαμιτσάκη, που εικονίζεται να κρατά σφικτά -ποζάροντας ο ίδιος- το εργαλείο της προσωπικής κατανόησης του κόσμου που του προσέφερε η ρετίνα****** του (φωτ.2).

φωτ.3/Πόζα στη Φύση_1957
Η ανθρώπινη παρουσία που αποτυπώνει και τα περισσότερα πρόσωπα που φωτογραφίζει είναι γνώριμα και οικεία, μερικές φορές αποτελώντας τη συγκυριακή αφετηρία της σκόπευσης και άλλοτε τακτοποιημένα με τρόπους που ξεπερνούν την αφηγηματική διάθεση ενός επαρχιακού φωτογράφου. Μετατρέπονται έτσι σε σκηνοθετημένες μορφές μιας ευρύτερης αστικής ή υπαίθριας εικονογραφίας όπου μπορεί να ανακαλύψει κανείς καλλιτεχνικές αναφορές και υστερορομαντικές αναζητήσεις (των πρώιμων ιμπρεσιονιστικών απεικονίσεων) που εμφανώς υπερβαίνουν τη ρεαλιστική αναπαραστατική απόδοση αναζητώντας τις μυστικές συνάψεις που θα σχηματοποιήσουν ένα σχεδόν «ζωγραφικό», ελάχιστα αυθόρμητο ως λήψη, αλλά γοητευτικό κάδρο που παραπέμπει σε καμβά (φωτ.3).

φωτ.4/Τοπικές υποθέσεις_1957
Το ισχυρό του καλλιτεχνικό και ανθρώπινο αισθητήριο τον οδηγεί σε ορισμένες περιπτώσεις στην καταχώρηση πραγματικών συμβάντων με τρόπο που υπερβαίνει τη συγκυριακή παρατήρηση και την ουδέτερη καταγραφή και τον μεταμορφώνει σε οξυδερκή ανατόμο των δραματικών κυματισμών της ανθρώπινης προσωπικής περιπέτειας και του σπαρακτικού χαρακτήρα της ύπαρξης (φωτ.4). Ο φωτογράφος Παπαμιτσάκης μετασχηματίζεται έτσι με τις σκοπεύσεις του σε οραματικό σχολιαστή και άδηλο αναλυτή των ποικίλων συγκυριών που αναδύονται και περιγράφουν τη φανερή αλλά και τη λανθάνουσα φύση ενός τοπικού ανθρωπογενούς σύμπαντος που δεν παύει να αποτελεί ένα μικρό τόπο με τις δικές του εντάσεις μέσα στη μεγάλη τοιχογραφία της μεταπολεμικής Κρήτης και του κόσμου.

φωτ.5/Οικοδόμοι_1958
φωτ.6/Σπιναλόγκα_1956









φωτ.7/Γυρίσματα της ταινίας "Ο Χριστός
ξανασταυρώνεται" του Ζιλ Ντασέν_1956
















Οι γενικές αστικές λήψεις μιας ήρεμης και καθόλου πολύβουης ιστορικής κωμόπολης αλλά και αναφορών του ευρύτερου γεωγραφικού και ιστορικού της χώρου , που εμπεριέχουν μέσα τους όλες τις ποιότητες που μεταφέρουν στο χρόνο οι ιστορικοί τόποι, δίνει τη δυνατότητα στο φωτογράφο να ιχνογραφήσει με δοξαστικό σχεδόν χειρισμό των μακρινών πλάνων, μερικά από τα πιο σημαίνοντα και ξεχωριστής ποιότητας αρχιτεκτονήματα που κοσμούν τον πολεοδομικό της ιστό ή μνημεία της περιοχής και να αποτυπώσει παράλληλα γεγονότα της απλής καθημερινότητας ή σημαντικές στιγμές της τοπικής εμπειρίας δημιουργώντας πολύτιμα ντοκουμέντα (φωτ.5,6,7) .

φωτ.8/ Το κτίριο της Λέσχης Νεάπολης_Τότε  ξενοδοχείο "Δικταίον"_1951


















Το μοναδικό μεσοπολεμικό δημιούργημα της Λέσχης Νεαπόλεως (τότε το 1951 ξενοδοχείο «Δικταίον») που φαίνεται να έχει «αράξει» ως υπερωκεάνιο με μεγαλοπρεπή τρόπο στην κεντρική της πλατεία, επεξεργασμένο με το δυνατό μορφολογικό λεξιλόγιο του μοντερνισμού της περιόδου του Bauhaus******* και διαθέτοντας μια αυστηρή αρχιτεκτονική και κατασκευαστική επεξεργασία χωρίς παραχωρήσεις σε αδιέξοδες διακοσμητικές και ιστορικιστικές αναφορές, δεσπόζει στο κέντρο της εικόνας και δείχνει να ξεπερνά κάθε συσχετισμό με μεγέθη, κλίμακες ή εικονογραφικές παραπομπές σε ένα έτσι κι αλλιώς σχεδόν άδειο ακόμη και αδιαμόρφωτο πολεοδομικό κέντρο (φωτ.8). Η παρουσία αυτού του αστικού κτιρίου στο αχανές κέντρο μιας επαρχιακής κωμόπολης φανερώνει με χαρακτηριστικό τρόπο κυριολεκτικά και συμβολικά το μέγεθος της αποσκευής που τη συνόδευε αλλά και τη δυναμική που εξακολουθούσε να διατηρεί σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα ως παλιά πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου και αναμφισβήτητο σημερινό ιστορικό του κέντρο. Η φωτογραφία αυτή διασώζει τις πολύτιμες αφετηρίες της σημερινής του κατάστασης και παράλληλα αποτελεί μια υπενθύμιση για την ανάγκη άμεσης και προσεκτικής του αποκατάστασης και απόδοσής του στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του Κωστή Παπαμιτσάκη και των άλλων δημιουργών της περιοχής, τα ΓΑΚ (γενικά αρχεία του κράτους) και το σημαντικό ιστορικό και αρχειακό υλικό μιας πολυτάραχης εποχής που διασώζεται μέχρι σήμερα, οι παλιές εφημερίδες που εκδίδονταν με έδρα την πόλη και τα τεκμήρια μιας πολύχρονης δημόσιας δραστηριότητας, ο πλούτος του αστικού οικιακού εξοπλισμού που διατηρείται ατόφιος στα αρχοντικά της παλιάς Νεάπολης και βέβαια το εξαιρετικό αρχιτεκτονικό της απόθεμα και τα χαρακτηριστικά δημόσια κτίρια που ενσωματώνουν τα ευδιάκριτα ίχνη μιας σπουδαίας αστικής αφήγησης -συγκροτημένης τους δυο κρίσιμους τελευταίους αιώνες- συνθέτουν ένα ιστορικό και πολεοδομικό παλίμψηστο με ποικίλες αρχιτεκτονικές αποθέσεις που αξίζει να προστατευτεί και να αναδειχτεί και κυρίως να αποτελέσει το πραγματικό «ιστορικό κέντρο» του Μεραμπέλλου μέσα στη νέα ευρύτερη ενότητα του Δήμου Αγίου Νικολάου.

Ο Κωστής Αδοσίδης Πασάς******** το 1868, αποτέλεσε για μερικά χρόνια την τοπική αρχή της οθωμανικής κατοχής αλλά υπήρξε εκτός των άλλων και ένας πρώιμος κοσμοπολίτης με όραμα για τον τόπο που διοίκησε και με θετική έμπνευση για το δημόσιο χώρο που διαμόρφωσε στην πόλη. Εμείς μπορούμε σήμερα να δημιουργήσουμε με γνώση και ευαισθησία μαζί με τους νέους του τόπου και τις αληθινές δημιουργικές του δυνάμεις ένα όραμα για την ιστορική Νεάπολη;

Οdyss,12.09.2010

Σημειώσεις:

1/Η έκδοση της Π.Λ.Ε.Α.Μ. με τίτλο «Αρχείο Κωστή Παπαμιτσάκη - Η Νεάπολη σ΄ αλλοτινούς καιρούς» [Νεάπολη Λασιθίου,2010] αποτελεί κοινή έκδοση και χρηματοδοτήθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λασιθίου που έχει στηρίξει ενεργά πολλές αντίστοιχες προσπάθειες μέχρι σήμερα.

2/Κωστής Παπαμιτσάκης [1922-2009]: Νεαπολίτης φωτογράφος, που διατηρούσε επαγγελματικό εργαστήριο στη μεταπολεμική Νεάπολη. Άρχισε να δραστηριοποιείται τις δύσκολες μέρες της κατοχής, άνοιξε φωτογραφικό εργαστήριο το 1946 στη Νεάπολη, στρατεύτηκε στη διάρκεια του εμφυλίου χωρίς να σταματήσει τις λήψεις στις περιοχές που βρέθηκε και μετά συνέχισε ανελλιπώς τη φωτογραφική του δραστηριότητα μέχρι το 2002, εμπλουτίζοντας πάντα το αρχείο του με τις φωτογραφίες όχι μόνο της δουλειάς αλλά και με κάθε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός του τόπου στο οποίο παραβρέθηκε. Συμμετείχε σε εκθέσεις, δημοσίευσε φωτογραφίες του σε περιοδικά και βιβλία, τιμήθηκε με βραβεία .Μέρος του σημαντικού αρχείου του (που υπολογίζεται σε 80.000 λήψεις) παραχωρήθηκε ευγενικά από τα παιδιά του Μαρία και Μιχάλη Παπαμιτσάκη για την πραγματοποίηση της έκδοσης Π.Λ.Ε.Α.Μ./Ν.Α.Λασιθίου.

3/Εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο χώρο του παλιού γυμνασίου της Νεάπολης στις 7.08.2010, με πρωτοβουλία και φροντίδα της Π.Λ.Ε.Α.Μ., ενταγμένη στο φετινό πρόγραμμα εκδηλώσεων του Δήμου Νεάπολης «Δρήρεια 2010». Στον ίδιο χώρο φιλοξενήθηκε και έκθεση με τίτλο «Αστική Νεάπολη/1868-1968», στημένη με ιδιαίτερη φροντίδα και μεράκι από τα μέλη της Π.Λ.Ε.Α.Μ., που συγκέντρωσε μοναδικά εκθέματα και εξοπλισμό του νεαπολίτικου αστικού βίου (έπιπλα, σκεύη, ενδυμασίες, διακοσμητικά στοιχεία κλπ). Το σημερινό δραστήριο διοικητικό συμβούλιό της Π.Λ.Ε.Α.Μ. αποτελείται από τους Γιώργο Μαυροειδή (Πρόεδρο), Γιώργο Γουλιδάκη, Άννα Δαμιανάκη, Μαρία Κωστάκη- Φούσκη, Μαρία Πλευρίδου, Μαρία Σεργάκη, Αντώνη Χουρδάκη.

4/Για το θέμα αυτό υπάρχει εκτεταμένη ανάλυση στο βιβλίο του Σεμίρ Ζεκί, «Εσωτερική Όραση-Μια εξερεύνηση της τέχνης και του εγκεφάλου» [Πανεπιστ. εκδόσεις Κρήτης,Ηράκλειο,2002]

5/Α-λήθεια, ετυμ. ως α [στερητικό] + λήθη, από τη γνωστή αριστοτελική αφετηρία που ανέλυσε με σχολαστικό τρόπο ο Μάρτιν Χάιντεγγερ, στο κείμενό του «Η τέχνη και ο χώρος» [Εκδόσεις Ίνδικτος,2006]

 

6/Ρετίνα :Το γνωστό μοντέλο της γερμανικής φωτογραφικής μηχανής Retina Kodaκ, που σε διάφορα μοντέλα από το 1936 μέχρι το 1969, αποτέλεσε το αγαπημένο εργαλείο πολλών φωτογράφων –και ιδιαίτερα- της μεταπολεμικής γενιάς.

7/Βαuhaus: Η αρχιτεκτονική σχολή στη Γερμανία του μεσοπολέμου που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1919 στη Βαϊμάρη, μεταφέρθηκε στο Ντεσάου και μέχρι το κλείσιμό της από τους ναζί το 1933 ατο Βερολίνο όπου λειτουργούσε κατά την τρίτη περίοδο της λειτουργίας της, κατάφερε να εκφράσει με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο τους μετασχηματισμούς των αρχών του 20ου αιώνα στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και των κατασκευών και να αποτελέσει το καταστατικό κορμό των ιδεών και των αρχών του μοντέρνου κινήματος που επηρέασε καταλυτικά την αρχιτεκτονική παραγωγή ολόκληρου του αιώνα και εξακολουθεί ακόμη να διατηρεί ευδιάκριτη επιρροή στις αφετηριακές αρχές και τις εικονογραφικές προτιμήσεις όλων των σύγχρονων τυπολογικών και μορφολογικών ιδιωμάτων και του λεξιλογίου των κατασκευών. Στη σχολή αυτή δίδαξαν κορυφαίοι Αρχιτέκτονες (Βάλτερ Γκρόπιους, Μις βαν ντε Ρόε, Χάνες Μέγιερ,Μαρσέλ Μπρόιερ) και καλλιτέχνες (Πάουλ Κλέε, Βασίλι Καντίνσκι κ.α.) του 20ου αιώνα. Στην Ελλάδα με αφετηρία κυρίως το μεγάλης πνοής πρόγραμμα κατασκευής 1800(!) σχολικών κτιρίων στη διάρκεια του μεσοπολέμου που ξεκίνησε η δεύτερη κυβέρνηση Ελ.Βενιζέλου, οι αρχιτέκτονες εκείνης της περιόδου κατάφεραν να δημιουργήσουν σημαντικό αριθμό μοντέρνων σχολικών κτιρίων, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και αποτελούν μαρτυρία μιας ηρωικής περιόδου για την ιστορία του τόπου και την αρχιτεκτονική του bauhaus και της νεωτερικότητας.

8/Κωστής Αδοσίδης Πασάς: Ο πρώτος -χριστιανός το θρήσκευμα- οθωμανός διοικητής της περιοχής της Νεάπολης το 1868, άνθρωπος της Πύλης με συμμετοχή σε δύσκολες διπλωματικές και πολιτικές αποστολές, που υπήρξε και ο πρώτος ουσιαστικά που διαμόρφωσε τη σύγχρονη πολεοδομική της φυσιογνωμία με τη διάνοιξη δρόμων και μιας αχανούς κεντρικής πλατείας, σπάνιας για τα δεδομένα των κωμοπόλεων εκείνης της περιόδου. Το παράδειγμα της Νεάπολης, αποτελεί μια σπουδαία μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο σχηματοποιήθηκαν ιστορικά οι αστικές συγκεντρώσεις στην ελληνική περιφέρεια και μάλιστα σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη για την Κρήτη, όπου είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσεται ο επαναστατικός αναβρασμός του τέλους του 19ου αιώνα  που οδήγησε στην απελευθέρωσή της από την οθωμανική κυριαρχία και την ενσωμάτωσή της στον κορμό της ελληνικής επικράτειας στις αρχές του 20ου αιώνα.

5.9.10

O ΡΑΛΛΗΣ ΚΟΨΙΔΗΣ «επί πτερύγων ανέμων»*…

ικ.1/ Ράλλης Κοψίδης,σχέδιο
Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τίτλος του σχετικού άρθρου της εφημερίδας "Αυγή" (νεκρολογία στις 17.08.2010), τρεις μέρες αφού έφυγε από τη ζωή (στις 14.08.2010) ο σπουδαίος αυτός ζωγράφος, αγιογράφος, εικονογράφος και πεζογράφος, μαθητής του Φώτη Κόντογλου** και δημιουργός που μου είχε προξενήσει ιδιαίτερη εντύπωση η δουλειά του όταν την πρωτοείδα, φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 (εικ.1,2). Διερωτώμαι αλήθεια πολλές φορές για την τύχη που θα μπορούσαν να έχουν σε ένα ευρύτερο ακροατήριο τέτοιες εκφραστικές προσεγγίσεις αν για παράδειγμα ο καλλιτέχνης ζούσε σε μια άλλη μεγαλύτερη χώρα.

εικ.2/Ράλλης Κοψίδης,Ζωγραφική
    
      εικ.3/Φ.Κόντογλου,Ο άγριος Κονέκ-κονέκ













Μαθητής του σπουδαίου ανανεωτή της παραδοσιακής βυζαντινής τέχνης Φώτη Κόντογλου (θυμάστε τον άγριο Κονέκ-Κονέκ;/εικ.3) επηρεασμένος ιδιαίτερα από τους ζωγραφικούς του δρόμους και τη μεγάλη ορθόδοξη αγιογραφική και εικονογραφική παράδοση, μας άφησε ένα έργο πολύπτυχο και πολυσήμαντο που έχει μεγάλη σχέση με δημιουργικές περιοχές ανεξάντλητες που ξεκινούν από τα βραχογραφήματα και φτάνουν μέχρι τις εικονογραφήσεις της τέχνης του δρόμου (street-art) και τα στρατευμένα λατινοαμερικάνικα murals, που έχουν τόση επιρροή και στη σύγχρονη πρωτοποριακή έκφραση καλλιτεχνών της νεότερης γενιάς όπως ο εξαιρετικός Στέλιος Φαϊτάκης(εικ.4).

εικ.4/Στέλιος Φαϊτάκης,Σημείο βρασμού





















( Όταν σε διεθνή περιοδικά τέχνης σαν το Juxtapoz***, μπορεί να βρει κανείς αφιερώματα στη δουλειά του Φαϊτάκη αυτό σημαίνει πραγματικά πως το εκφραστικό και εικονογραφικό του περιεχόμενο κινείται σε περιοχές ιδιαίτερης εικαστικής έντασης και ενδιαφέροντος τουλάχιστον για όσους έχουν τα κριτήρια να το αναγνωρίσουν).

εικ.5/Ρ.Κοψίδης, Η αλεπού και το λιοντάρι
(εικονογράφηση παραμυθιού)
Η δημιουργική διαδρομή του Ράλλη Κοψίδη ενσωμάτωσε μια πληθώρα αναφορών και οι εικονογραφήσεις του για τα παραμύθια του Γ.Α. Μέγα και για πολλά βιβλία μέχρι και πρόσφατα ,εμπλουτίζει τη νεοελληνική τέχνη με μερικά από τα σπουδαιότερα και πιο παράξενα θα πρόσθετα εικονογραφικά της προγράμματα (εικ.5). Το στοιχείο της φυσικής πραγματικότητας αλλά και της μεταφυσικής είναι αξεχώριστα παρόντα στο έργο του και σε πολλές περιπτώσεις είναι εμφανείς οι σχέσεις του τόσο με την αναζήτηση μιας σχεδόν φυσιοκρατικής εικονογραφικής ιεραρχίας όσο και με προτιμήσεις που διατρέχουν όλο το εύρος των εκφράσεων της μεταφυσικής μορφολογίας που σε μερικούς πίνακές του(εικ.6,7) αποκτά ομόλογη σχέση με εμβληματικούς πίνακες σαν το "Μεγάλο Μεταφυσικό" ή τον "Αρχαιολόγο" του Giorgio De Chirico.****(εικ.8,9)
εικ.6/Ρ.Κοψίδης,Φιγούρα στην ομίχλη,1979
εικ.7/Ρ.Κοψίδης,Κάστρο,1977


















εικ.8/Giorgio de Chirico,
Ο μεγάλος μεταφυσικός,1917

εικ.9/Giorgio de Chirico,
Ο αρχαιολόγος
















Η διάθεση του Ράλλη Κοψίδη -και αυτό περιγράφεται και στα γραπτά του κείμενα- αντιστρατεύεται με ευδιάκριτο τρόπο τις κλασικές απεικονιστικές αναπαραστάσεις ακόμη και στην απλή τοπιογραφία και προτείνει αφαιρετικά υπερρεαλιστικά περιγράμματα μέσα στα οποία δεν αναπτύσσεται μόνο το προσωπικό του όραμα ως εικονογραφική περιήγηση αλλά ενσωματώνεται με ποιητικό και επιτηδευμένα ανυποψίαστο τρόπο η πρωτογενής του επαφή με τους μεταφυσικούς ακροδέκτες της έμπνευσής του. Μια διαρκής εναπόθεση υλικών και μορφών διαμορφώνει παλίμψηστους τόπους όπου μπορεί να ανακαλύψει κανείς πρωτογενείς στοιχειώσεις μιας λαϊκότροπης τυπολογίας εμπλουτισμένους με ανοίκεια και παράδοξα εικονογραφημένα αφηγήματα που απέχουν πολύ από τα μηχανεύματα της παραδοσιακής παραστατικότητας (εικ.10,11).


εικ.10/Ρ.Κοψίδης,Ελληνικό τοπίο,1979












εικ.10/Ρ.Κοψίδης,Το όραμα του Αποστόλου Παύλου,1978
























εικ.12/Ρ.Κοψίδης,Λαύριο,1980




















εικ.13/Ν.Γ.Πεντζίκης,Μυχός της Θεσσαλονίκης


















εικ.14/Jackson Pollock,No 1, 1950




















Σε μερικές περιπτώσεις (εικ.12) οι σχολαστικές λεπταίσθητες και εξαιρετικά πυκνογραφημένες εναποθέσεις των πολυπληθών διαφορετικών, λεπτομερειακών και εξαντλητικά αρθρωμένων σχολιασμών του αίρονται στο ύψος μιας γραπτής μαρτυρίας που ανακαλεί πινακίδες της γραμμικής β ή τα χιλιότροπα ορνιθοσκαλίσματα του αγίου Νικολάου Γαβριήλ Πεντζίκη***** (εικ.13) από τις γνωστές εικονογραφήσεις του με τα μαύρα πενάκια που φαίνονται άνευ αντικρίσματος από κοντά αλλά έχουν την εκρηκτικότητα να επανασυστήνουν τη συμπαντική κοσμογονία ως εικόνες νεφελωμάτων μιας πυκνής αστρικής σκοτεινής ύλης. Η δουλειά του Τζάκσον Πόλλοκ****** (εικ.14) και ιδιαίτερα τα φοβερά του «ριπίσματα» που τον ανέδειξαν σε πρώιμο οραματικό εικονογράφο μιας κοσμικής αρμονίας φωτογραφημένης με πραγματικούς φακούς στα τέλη του 20ου αιώνα, είναι ό,τι πιο χαρακτηριστικά ομόλογο μου έρχεται στο νου, όταν αντικρίζω τις τυπολογίες μιας τέτοιας εικονογράφησης.

Το ανησυχαστικό και μαζί καθησυχαστικό σωρευτικό υλικό της φανταστικής παραμυθίας του Ράλλη Κοψίδη αποκαλύπτεται έτσι αναδυόμενο πολλές φορές από τη στιβαρή έδραση των εικόνων και μετασχηματίζεται κορυφούμενο σε επίκληση ενός διαρκούς προσωπικού οράματος που με τρόπο πολλές φορές τρυφερό ,σαν μυστική προσευχή, επιχειρεί να επαναθεμελιώσει το κύρος της ζωγραφικής αφήγησης που έχει χαθεί μέσα στην κυριαρχούσα συνθήκη της υλικής μας μονοτροπίας.

Οdyss, 5.09.2010

 
Σημειώσεις:
*/Ησαϊας 37/λζ΄ 16. Ψαλμός 18/ιη΄ 10.
**/Φώτης Κόντογλου[1895-1965]: Μεγάλος έλληνας μικρασιάτης αγιογράφος και ζωγράφος και λογοτέχνης με σημαντικό έργο και ουσιώδη συμβολή στην ανανέωση της βυζαντινής τεχνοτροπίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Το έργο του άσκησε πολυεπίπεδη επιρροή σε πολλούς έλληνες εικαστικούς και εξακολουθεί να αποτελεί αναφορά για όλες τις σύγχρονες ζωγραφικές πρακτικές και της νεότερης γενιάς που επιλέγει εικονογραφικές εμπνεύσεις από τη μεγάλη δεξαμενή αυτής της παράδοσης.
***/Juxtapoz: Κορυφαίο αμερικανικό περιοδικό της σύγχρονης εικαστικής σκηνής με επιλεκτικές προτιμήσεις στις τεχνικές των κόμικ, της τέχνης του δρόμου, τα γκράφιτι και τα εικονογραφικά περιεχόμενα των ρευμάτων της heavy metal καλλιτεχνικής σκηνής.
****/Giorgio De Chirico [1888-1978]: Aπλά ο μεγαλύτερος μεταφυσικός ζωγράφος και εικονογράφος που γεννήθηκε ποτέ (στο Βόλο το 1888!).Το έργο του αποτέλεσε καταστατική αναφορά του καλλιτεχνικού αναβρασμού του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα του σουρεαλιστικού κινήματος. Σπουδαίο θεωρείται το έργο της πρώιμης «μεταφυσικής» περιόδου των αρχών του αιώνα, που μας έχει κληροδοτήσει μερικά από τα πιο σπουδαία αριστουργήματα της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.
*****/ Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης[1908-1993]: Πολύπλευρη προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης, ο φαρμακοποιός και ζωγράφος, λογοτέχνης, αγιογράφος και αγιορείτης δια βίου διανοούμενος, έγραψε μερικά αριστουργηματικά μυθιστορήματα και κατέστησε μοναδική τη σχέση της μεγάλης «θύραθεν» ορθόδοξης παράδοσης με το νεοελληνικό πολιτισμό.
******/ Jackson Pollock [1912-1956]: Ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της μεταπολεμικής αφαίρεσης και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στη ζωγραφική με σημαντικό έργο που συναντάται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου. Οι πίνακές του που έχουν παραχθεί με την τεχνική του ripping (χύσιμο και πέταγμα χρώματος σε τεράστιους καμβάδες) τον έκανε διάσημο ενώ το τέλος του υπήρξε τραγικό καθώς καρφώθηκε οδηγώντας με ταχύτητα το αυτοκίνητό του πάνω σε δέντρο. Ο έλληνας σκηνοθέτης Απόστολος Δοξιάδης έκανε μια εκπληκτική ταινία αφιερωμένη στην περίπτωσή του, γυρισμένη με φιγούρες του θεάτρου σκιών. («Η τραγική ιστορία του Τζάκσον Πόλλοκ»,78΄,1999).

23.8.10

Eίμαστε όλοι Ρομά !

Οι ειδήσεις τρέχουν καθημερινά με ρυθμό εξουθενωτικό. Κυρίως οι δυσάρεστες. Στην Ελλάδα είναι το Μνημόνιο, οι υποψήφιοι των εκλογών που έρχονται και εσχάτως οι φωτιές του Αυγουστιάτικου αγέρα. Η καλοκαιρινή ραστώνη φτάνει προς το τέλος της και όπως φαίνεται το επερχόμενο φθινόπωρο θα΄ναι κι αυτό θερμό. Στην Ευρώπη τα νέα που δεσπόζουν είναι οι νέες διώξεις των Ρομά από τη γαλλική κυβέρνηση που τους υποχρεώνει με 300 ευρώ το κεφάλι να επιστρέφουν άρον άρον στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Απ΄όπου έφυγαν γιατί ήταν αδύνατο να ζήσουν.

Γαλλία. Δεν έχουν στεγνώσει ακόμη τα συνθήματα του Μάη του ΄68, ούτε έσβησαν ακόμη οι φωτιές στα παρισινά προάστια το 2007, όταν ξέσπασαν οι ταραχές με αφορμή την εξέγερση των νεαρών μεταναστών στα γκέτο. Από τότε μέχρι σήμερα η κεντρική εξουσία δεν φάνηκε να αναζητεί τρόπους για να βελτιώσει την κατάσταση για τους κολασμένους των αστικών ερήμων που περιβάλλουν τις μεγάλες πόλεις, γεμάτες προβλήματα και θυμό που γεννά η στέρηση και η ανάγκη. Όσοι δεν έχουν δει ακόμη την ταινία του γάλλου σκηνοθέτη Ματιέ Κασοβίτς «Το μίσος» [La haine, 1995],ας την αναζητήσουν. Όσα διαδραματίζονται περιγράφουν ανάγλυφα το σημερινό ζόφο. Μια ταινία που μου φέρνει στο νου εκείνη του Ίγκμαρ Μπέργκμαν «Το αυγό του φιδιού»[1977] που αναφερόταν σε μια άλλη εποχή, τις αρχές της δεκαετίας του ΄20 στο Βερολίνο τα χρόνια που επωάζονταν μέσα σε κλίμα φόβου, η επερχόμενη κόλαση του ναζισμού.


Στη Γαλλία των ποιητών και του διαφωτισμού, της αστικής επανάστασης, των μανιφέστων και των προγραμμάτων της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, του υπαρξισμού και των φιλοσόφων του δρόμου, του Μάη που άλλαξε τις συνειδήσεις και των ευρωπαϊκών θεσμών του σήμερα, φαίνεται πως οι ευρωπαϊκές συνθήκες για τη μετακίνηση πληθυσμών και την καταπολέμηση του αποκλεισμού, σήμερα πια σε εποχή κρίσης φαίνονται να δοκιμάζονται χωρίς όρια.


Πριν από λίγες μέρες, όταν ξεκίνησε το αυγουστιάτικο πογκρόμ κατά των Ρομά, η εφημερίδα Monde στηλίτευσε με άρθρο του διευθυντή της τις πρακτικές και τις μεθόδους της σημερινής κυβέρνησης και επεσήμανε πως όσα συμβαίνουν δεν έχουν καμιά σχέση με τις ευρωπαϊκές προβλέψεις. Που είναι αλήθεια σήμερα οι θαρραλέες φωνές των γάλλων διανοουμένων; Στη χώρα του Ζαν Πωλ Σαρτρ και του Μισέλ Φουκώ, του Κλωντ Λεβί Στρος και του Ζακ Λικ Γκοντάρ, στη χώρα που εδρεύει το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο που έχουν χαθεί οι  ευαίσθητες φωνές και δεν ακούγεται από πουθενά καμιά αντίδραση;

Ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, στη διάρκεια του γαλλικού Μάη κατηγορήθηκε ως εβραίος από το γκωλικό κράτος και την άλλη μέρα το Παρίσι σείονταν από το σύνθημα «είμαστε όλοι εβραίοι», σήμερα που κάθε μέρα διαλύονται καταυλισμοί Ρομά και απελαύνονται εκατοντάδες άνθρωποι με πενταροδεκάρες, ποιοί επιτέλους θα ορθώσουν το ηθικό τους έστω ανάστημα μιλώντας για τα αυτονόητα;...Οι πρακτικές αυτές δεν έχουν κανένα ηθικό έρμα, γιατί δεν διαθέτουν ούτε πολιτική νομιμοποίηση καθώς αντιστρατεύονται τις ευρωπαϊκές συνθήκες αλλά ούτε και ανταποκρίνονται στα διδάγματα της ιστορικής και της πολιτιστικής εμπειρίας της γηραιάς ηπείρου που στη διάρκεια του περασμένου αιώνα δεν κατάφερε να αποφύγει τους πολέμους και την ανθρώπινη οδύνη ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες της κόλασης για εκατομμύρια εβραίους, ευρωπαίους και διαφορετικούς πολίτες που βρέθηκαν απροετοίμαστοι στο έλεος μιας πρωτοφανούς βαρβαρότητας.

H Κάρμεν, η ηρωίδα του Μπιζέ στην ομώνυμη όπερα τραγουδάει: «Ο έρωτας είναι παιδί τσιγγάνου, ποτέ μα ποτέ δεν γνώρισε το νόμο».Και στο ισπανικά φλαμέγκο, του πάθους και της ελευθερίας, ο τσιγκάνικος χορός μεταμορφώνει το σπίρτο και τη δύναμη μιας αδούλωτης βαθιάς ψυχής σε σπαρακτική σωματική εικονογραφία της πιο ακραίας υποδήλωσης του έρωτα και του θανάτου μαζί την ίδια ώρα. Στις λαϊκές εκφράσεις μιας πλατιάς παράδοσης αλλά και στις πιο έντεχνες και γοητευτικές καλλιτεχνικές αφηγήσεις, οι τσιγγάνοι, η φυλή των Ρομά, πάντα είχε μια θέση που όμως ποτέ δεν ανταποκρίνονταν στη δημόσια μεταχείριση που τους επιφυλάχθηκε στη διάρκεια της πολυτάραχης ευρωπαϊκής ιστορίας. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί στο Άουσβιτς και το Μπίρκεναου η μοίρα τους ήταν κοινή με των εβραίων της σοά. Τους έκαιγαν στους φούρνους.


Σήμερα που η ενωμένη Ευρώπη έχει χτίσει ένα σημαντικό κανονιστικό πλαίσιο και τα ζητήματα της καταπολέμησης των κάθε λογής αποκλεισμών βρίσκονται μέσα στην ημερήσια ατζέντα των κεντρικών της θεσμικών εκφράσεων, την ώρα που η επίτροπος Δικαιοσύνης κ.Ρέντιγκ εφιστά την προσοχή των κυβερνήσεων στην τήρηση του κοινού ευρωπαϊκού κεκτημένου, εθνικές κυβερνήσεις στη Γαλλία και την Ιταλία εμφανίζονται να επιλέγουν και να ακολουθούν πολιτικές που ελάχιστη σχέση φαίνεται να έχουν με κάθε δέσμευση απέναντι σε κοινές ρυθμίσεις που έχουν προσυπογράψει. Αλήθεια που είναι το ευρωπαϊκό δικαστήριο των ανθρώπινων διακαιωμάτων αυτή την ώρα; Μόνο σε πολεμικές και εμφύλιες διαμάχες κινητοποιείται αυτεπάγγελτα; Ο φοβερός μηχανισμός της χρηματοπιστωτικής συνθήκης και της κίνησης των κεφαλαίων έχει τακτοποιήσει τα πάντα και διαθέτει μια απίστευτη ετοιμότητα και για τα πιο μικρά ζητήματα. Για την κίνηση και τη βίαιη μετακίνηση των ανθρώπινων υπάρξεων γιατί εμφανίζεται να αντιδρά με τόση αδράνεια;


Η (πολιτική) Ευρώπη είχε πει πρόσφατα σε συνέντευξή του ο πάλαι ποτέ κόκκινος Ντάνι, πως αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη ουτοπία. Η θέση του με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Είναι προφανές πως χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να καταφέρει κάποια στιγμή αυτό να γίνει μια πραγματικότητα. Η φοβερή ιστορική πραγματικότητα των τελευταίων αιώνων δείχνει να αποθαρρύνει μια αντίστοιχη προοπτική και όσα βέβαια συμβαίνουν τώρα δεν αποτελούν ευοίωνα σημάδια. Στην Ουγγαρία, το κόμμα Γιόμπικ, που πήρε στις εκλογές 18%, έχει στο πρόγραμμά του την πρόβλεψη για την ανάπτυξη ενός μαζικού προγράμματος στείρωσης των Ρομά(!).Δεν ξέρω αν θα είναι εθελοντική ή υποχρεωτική για όλους αδιακρίτως. Και στην κοντινή μας Ιταλία, ο υπουργός Μορόνι, υπεύθυνος για τη μετανάστευση δηλώνει πως το ιταλικό κράτος στο ζήτημα των ρομά και όλων όσων δεν είναι νόμιμοι προφανώς θα είναι άκαμπτο.

Υπάρχει πολύ μεγάλη ρητορεία για την παραβατικότητα των ρομά. Τη συστηματική επαιτεία που ασκούν και τις κλοπές που διαπράττουν. Το εμπόριο και το λαθρεμπόριο που μπλέκονται πολλές φορές. Την περηφάνεια τους ακόμη και την αδυναμία μας να συνομιλήσουμε μαζί τους. Δεν μιλάμε όμως συνήθως ή και ποτέ για τα προβλήματά τους. Τη φτώχεια, την ένδεια, τις φυσικές ανθρώπινες ανάγκες που για όλους τους υπόλοιπους θεωρούνται πράγματα αυτονόητα. Την παρουσία των παιδιών τους στο σχολειό, την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες και κοινωνική φροντίδα, τη δυνατότητά τους να αισθάνονται ισότιμοι με μας πολίτες. Τη στοιχειώδη ανάγκη τους για καταυλισμούς που δεν θα αποτελούν μικρές χωματερές γεμάτες σκουπίδια που ουδείς Ο.Τ.Α. μαζεύει, τη δυνατότητά τους να έχουν ρεύμα και νερό τρεχούμενο και κυρίως το δικαίωμά τους να ζουν με τον τρόπο τους και όχι κατ΄ανάγκη με τις δικές μας νόρμες. Την επαφή τους με στοιχειωδώς οργανωμένους και καθαρούς δημόσιους χώρους που θα μπορούν να οικειοποιούνται και να παίζουν τα παιδιά τους. Την επαφή τους με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινότητα και την παρουσία των κοινωνικών θεσμών του τόπου που τους υποδέχεται μέσα από προγράμματα που θα συνδιαμορφώνουν οι ίδιοι…


Το φωτεινό παράδειγμα της Σαμπιχά Σουλεϊμάν* και του Συλλόγου γυναικών ρομά στο Δροσερό της Ξάνθης δείχνει ένα δρόμο. Όχι ιδρυματικές αντιμετωπίσεις και φιλανθρωπίες. Ούτε διαπραγμάτευση στεγαστικών και κοινωνικών βοηθημάτων που απλά μεταθέτουν και αναπαράγουν τα προβλήματα. Άμεση και μετωπική αντιμετώπιση της καθημερινότητας και των αληθινών βιοτικών αναγκών. Με δραστικές στάσεις απέναντι στα ζητήματα που σχετίζονται με την ανθρώπινη κοινή καθημερινή συνθήκη και την κάλυψη των αυτονόητων αναγκών τους. Δουλειά και απασχόληση με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοπρέπεια, πρόσβαση στην εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες, στοιχειώδης οργάνωση του δημόσιου χώρου των καταυλισμών και αναβάθμιση της ποιότητάς του, συλλογική διαπραγμάτευση με την κοινότητα για τη δημιουργία ενός ελάχιστου κλίματος ανεκτικότητας στη συνύπαρξη μαζί της και βεβαίως και πάνω απ΄όλα σεβασμός της ιδιαιτερότητας και της προσωπικής επιλογής των ρομά να διαβιώνουν μέσα από τα δικά τους αξιακά πρότυπα και τις δικές τους προτιμήσεις…


Στο Ηράκλειο της Κρήτης υπάρχει ένας καταυλισμός Ρομά. Πολύ κοντά στην πόλη και στο αεροδρόμιο. Και εκεί τα προβλήματα είναι τα ίδια και δυσεπίλυτα. Υπάρχει όμως και μια παράδοση ανεκτικότητας και δημοκρατικής νοοτροπίας καλλιεργημένης στο χρόνο, που μου λέει πως τα πράγματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένα θετικό τρόπο. Η καταπολέμηση των αποκλεισμών στο δημόσιο χώρο μπορεί να αποτελέσει υπόθεση της κοινωνίας των πολιτών. Το Ηράκλειο μπορεί να ακολουθήσει ένα διαφορετικό δρόμο από εκείνους που καθημερινά βλέπουμε να ακολουθούνται στον «πολιτισμένο» ευρωπαϊκό βορρά. Στην Κρήτη-ήπειρο της Μεσογειακής ανατολής εκεί που τα ρεύματα των διαδρομών του πολιτισμού που διέτρεχαν πάντα τη γη της από τις άκρες της ανοιχτής θάλασσας ίσαμε τις απάτητες κορυφές των βουνών της, οι άνθρωποί κατάφεραν σε όλες τις εποχές να καλλιεργήσουν τις βαθύτερες συνάψεις που σφυρηλάτησαν την ενότητά τους και εναντιώθηκαν πάντα σχεδόν σε κατακτητές και νοοτροπίες που τους ήθελαν δούλους και προσκυνημένους... Δεν τα γράφω αυτά επειδή νιώθω διαφορετικός αλλά γιατί έχω τη βαθιά πεποίθηση πως ο Τόπος είναι που κάνει διαφορετικούς τους ανθρώπους…Στην Κρήτη υπάρχει ακόμη λεβεντιά και φιλότιμο…Και κυρίως κουζουλάδα και αντίσταση σε μια συνθήκη που δεν έχει καταφέρει να μας κατακτήσει ολάκερους…Εκείνης της ιδιώτευσης και του ατομικού συμφέροντος… Και αντιπροτείνει μια συλλογικότητα που αρνείται ευτυχώς να χρήσει την απληστία και το προσωπικό όφελος ως το πιο σημαντικό κίνητρο της καθημερινής μας συνύπαρξης…

Odyss, 23.08.2010

Σημειώσεις:
 
*/ Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Μια σπουδαία Ελληνίδα γυναίκα Ρομά , πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Δροσερού Ξάνθης, που έχει προσφέρει σημαντικό έργο στην καταπολέμηση του αποκλεισμού σε μια κοινότητα 1200 ανθρώπων στην περιοχή της Ξάνθης. Οι πρωτοβουλίες της για τη βελτίωση της καθημερινότητας της κοινότητας των Ρομά και ο αγώνας της για τη δημιουργία ανθρώπινων υποδομών στον οικισμό , σε συνεργασία με την Αρχιτεκτονική σχολή του Πολυτεχνείου Θράκης και τον καθηγητή Πατρίκιο, αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα μιας αστείρευτης κινητικότητας που έχει εκτιμηθεί ιδιάιτερα και τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας (2007) και διεθνείς οργανισμούς για τα δικαιώματα του ανθρώπου.Η Σαμπιχά Σουλεϊμάν αποτελεί μια φωτεινή περίπτωση που αξίζει να γνωρίσουμε και να προβάλλουμε, τώρα που η αντιμετώπιση των κοινοτήτων των Ρομά σε όλη την Ευρώπη φαίνεται να ανταποκρίνεται όλο και πιο πολύ στη ρητορεία του φόβου και της κρίσης που καταφέρνει να δημιουργεί ένα επικίνδυνο ρατσιστικό κλίμα.
 
links:
http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//NONSGML+TA+P6-TA-2009-0117+0+DOC+PDF+V0//EL
http://www.drosero.com/index.php

20.8.10

AΓΓΕΛΑ ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗ_Επέτειος # ANTΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ_Καθρέπτης



Με αφορμή ένα σχόλιο της Αγγέλας Καστρινάκη για "Burning houses" *,στη διάρκεια μιας συζήτησης (θέμα για το οποίο θα υπάρξει εκτενής αναφορά προσεχώς)  και αντί άλλου εικονογραφικού υλικού θεώρησα ενδιαφέρον να συνδυάσω τη σημερινή ανάρτηση του εξαιρετικού τελευταίου της ερωτικού διηγήματος "Επέτειος" που δημοσιεύτηκε την Τρίτη 17.08.2010 στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ με τη φοβερή σεκάνς - που πολλοί υποστηρίζουν πως είναι η καλύτερή του- του Αντρέι Ταρκόφσκι από την ταινία του  "Καθρέπτης" (ΖΕΡΚΑΛΟ στα ρωσικά).

ΕΠΕΤΕΙΟΣ
της Αγγέλας Καστρινάκη

Κατεύθυνε το αυτοκίνητο στην άκρη της εθνικής οδού, στον χώρο στάθμευσης. Έλυσε τη ζώνη, έγειρε μπροστά και αγκάλιασε το τιμόνι. «Άσ’ τα να πάνε!» Είχε συγκρατηθεί τρεις μέρες – όχι, δύο. Αλλά τι μέρες! Τώρα, μακριά από βλέμματα γνωστών και αγνώστων μπορούσε να ξεσπάσει. Με θόρυβο, ασυγκράτητα, με μάτια-βρυσάκια και βρυχηθμούς. Στην πραγματικότητα δεν τα κρατούσε μονάχα δύο μέρες τα δάκρυά της, αλλά κοντά είκοσι χρόνια. Ωστόσο, τα άφηνε να κυλήσουν τούτη τη στιγμή, όταν κατά κάποιον τρόπο ήταν πια “πολύ αργά για δάκρυα”. «Παιδί μου, σοβαρέψου! Ποιος ο λόγος;» Οι νταλίκες που περνούσαν έσειαν το αυτοκίνητο πέρα δώθε. Ωραία βουνά στο βάθος, με χιόνι στην κορφή. Στο διπλανό κάθισμα, η τσάντα της. Και το τηλέφωνο. Η κίνηση ήταν πάρα πολύ απλή. «Όχι», έκανε, «με τίποτα».


Αυτή δεν ήταν ερωτική συνάντηση. Ήταν μια αδέξια παράσταση. Το έργο ήταν καλό, αλλά η παράσταση απέτυχε. Το έργο ήταν πολύ καλό, κάποτε. Όχι όμως πριν τρεις μέρες, ώρα εννιά το βράδυ. Στα χέρια είχε τις οδηγίες, πώς θα ’βρισκε το νέο του σπίτι. Στρίβεις, ανεβαίνεις τα σκαλάκια, δεύτερη είσοδος… Έφτασε ιδρωμένη, παρά το κρύο. Μια ανεπαίσθητη αγωνία στο βλέμμα του, όπως πάντα. Του χαμογέλασε ανασηκώνοντας το φρύδι. Μην παίρνει και πολύ αέρα. Όσο για το σπίτι, «μεγαλειώδες», του είπε λίγο κοροϊδεύοντας. Την ξενάγησε. «Αυτή η βεράντα –τώρα δεν φαίνεται καλά βλέπει ώς τη θάλασσα. Το καλοκαίρι θα καλώ εδώ πέρα». Θα καλούσε εκεί πέρα… Μια τέτοια φράση παρέβαινε τους κανόνες μεταξύ τους: όταν συναντιόνταν, υπήρχε τάχα μονάχα το παρόν και το «οι δυο τους». Γιατί τόση αδιακρισία;

«Τι θα πιεις;» Της έδειξε την πλούσια κάβα του. Σήκωσε τους ώμους. «Ό,τι να ’ναι». Ήταν μια μικρή φιλοφρόνηση -«τώρα με το ουίσκι θα ασχολούμαι;»-, αλλά εκείνος δεν έδειξε να αξιολογεί ιδιαίτερα την αδιαφορία της. Ίσως για να μην παίρνει κι η ίδια πολύ αέρα. Έφταιγε όμως και το καινούργιο σπίτι, αυτό το καινούργιο σκηνικό. Όταν με τα ποτήρια στο χέρι έκαναν το γύρο του καθιστικού για να περιεργαστούν τους πίνακες, ήταν σαν να περιφέρονταν σε αίθουσα έκθεσης και να είχαν γύρω κόσμο που τους παρατηρούσε. Ίσως πάλι το πρόβλημα ήταν πως είχαν να ιδωθούν τόσον καιρό.

Στάθηκαν μπροστά στο πορτρέτο μιας καθιστής γυναίκας. «Τι λες για τούτο;» Η υπογραφή κάτι της θύμιζε. «Έλα τώρα!» τον μάλωσε. Αυτός μαζεύτηκε, βιάστηκε να προχωρήσει παρακάτω. Μια υποψία λοιπόν επιβεβαιωνόταν: η ζωγράφος, ναι, πριν κανένα χρόνο, σε μια άσχετη παρέα είχε μιλήσει για τη φιλία της με εκείνον, αφήνοντας να υπονοηθεί… Ήταν μια συμπαθητική κοπέλα, αλλά έκανε επίδειξη των κατακτήσεών της. «Έλα τώρα!» Κι όμως ο πίνακας ήταν ωραίος, ποιος ξέρει τι κατάλαβε εκείνος από την αντίδρασή της. Θα ’θελε να του εξηγήσει, όταν κάθισαν στον καναπέ, ακόμα και να τον ρωτήσει για τη ζωγράφο – είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει αν είχε βάση η βουβή οργή της, πέρυσι, ή ήταν όλα μια ιδέα. Προτίμησε εντέλει να μην ρωτήσει.

«Δύο ολόκληρα χρόνια!» Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον, ακουμπώντας τα ποτήρια τους. «Σου έλειψα;» «Όχι και πολύ». Πόσο στα σοβαρά θα έπαιρνε την απάντησή της; Πέρυσι είχαν παραλείψει σιωπηρά, με κοινή συναίνεση, την καθιερωμένη συνάντηση. Περί άλλα ετύρβαζε μάλλον ο καθένας…
Μια καταπληκτική συγχορδία ακούστηκε στον χώρο. «Θυμάσαι ακόμα πως μου αρέσει η άρπα». «Δεν ξεχνώ τίποτα», τη διαβεβαίωσε. Έγειρε και τον φίλησε στην άκρη των χειλιών. Δεν ξεχνούσε… Μα κι η ίδια δεν ξεχνούσε, με όλες τις προσπάθειες, με όλους τους ελιγμούς της ανεξαρτησίας, της απόστασης. Και τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν είχαν ίσως αυξήσει τις προσδοκίες: με τι βαρύ, άτσαλο καρδιοχτύπι είχε πάει να τον συναντήσει! Αλήθεια, με τι προετοιμασίες δεκαεξάχρονης!

Ένα τεράστιο φορτηγό-ψυγείο έσεισε πέρα δώθε το αυτοκίνητο. Σαν να την ταρακουνούσε μια χερούκλα απ’ τον ώμο. «Είσαι καλά, κορίτσι μου;» «Α, μπα, δεν είμαι καθόλου καλά. Κάθομαι και κλαίω για μια εντελώς ξοφλημένη ιστορία. Δεν είμαι καθόλου καλά!» Χαρτομάντιλα άφθονα είχε στην τσάντα της – είχε και το κινητό. Γιατί, αχ γιατί δεν του τηλεφωνούσε τώρα δα;

Είχε φέρει εκεί, στο χαμηλό τραπεζάκι, τυριά και αλλαντικά, μαζί και μια περιποιημένη πράσινη σαλάτα· μαχαιροπίρουνα τυλιγμένα σε κόκκινες χαρτοπετσέτες. Έλαμπε με την περιποιητικότητά του. Η ίδια είχε εκφράσει αντιρρήσεις για το ξαναντάμωμα. «Έλα να γιορτάσουμε τα εικοσάχρονα!», της είχε πει. «Βρε παιδί μου, κοντεύουμε στη σύνταξη». «Πέφτεις έξω». Γι’ αυτό το «πέφτεις έξω» είχε χτυπήσει πάλι βίαια η καρδιά της.

Ποιος είχε δίκιο; Όταν έσβησαν τα φώτα, έσκυψε πάνω του να βρει τη γνωστή μυρωδιά. Ήταν εκεί: αύρα παιδικής ηλικίας, αθωότητας, παραίτησης, ένα «κάνε με ό,τι θέλεις», απομεσήμερο κάτω απ’ τα πεύκα. «Είσαι όπως ήσουν, αλητάκι». «Κι εσύ, τέρας, το ίδιο». Αλλά δεν ήταν, φαίνεται, ακριβώς έτσι.
Η αίσθηση ότι το έργο είχε παιχτεί άλλοτε καλύτερα… Ίσως αυτό τους αναχαίτισε μετά την πρώτη αναγνώριση. Οι ίδιοι έδειχναν ζήλο, πάθος, τρυφερότητα, ακόμα και εφευρετικότητα – τα σώματα δεν απαντούσαν εξίσου ενθουσιασμένα. Ταλαιπωρία, να μην το καταλάβει ο άλλος, ούτε κι ο ίδιος ο εαυτός. Χειροκρότησαν στο τέλος τάχα ευχαριστημένοι, και γέλασαν σκανδαλιάρικα. Στην ουσία ξεροκατάπιναν. (Μεγαλοδύναμε θεέ, δεν αξίζει τάχα να γίνει λίμνη το αυτοκίνητο;)

Τον αποχαιρέτησε μία ή δύο η ώρα το πρωί. Προτιμούσε να περάσει την υπόλοιπη νύχτα στο ξενοδοχείο. Υπερβολή ο κοινός ύπνος, κι επιπλέον είχε δουλειά την επομένη… Μόνο που η δουλειά τέλειωσε πολύ γρήγορα, σαν πρόσχημα, κι αυτή έμεινε να σκέφτεται τον τρόπο που εκφώνησε τον αποχαιρετισμό χτες βράδυ. Πολύ άνετα, πολύ γελαστά: «άντε γεια, τέρας». Άλλωστε μέσα της συμπλήρωνε: «Τελευταία φορά. Αφού το βλέπεις, δεν τραβάει!»

Ποιο μεγαλύτερο ψέμα από την άνεση! Την άλλη μέρα το στομάχι έσφιξε. Όμως εκείνος δεν της είχε πει: «Ώστε θα μείνεις και αύριο, αλητάκι, και μεθαύριο. Τι καλά!» Όχι, την αποχαιρέτησε με βλέμμα που κάτι έψαχνε μες στο δικό της –σίγουρα, αλλά ταυτόχρονα έλεγε «αντίο», το πολύ «του χρόνου!» Το ότι θα συνυπήρχανε στην ίδια πόλη για άλλες δυο μέρες δεν φάνηκε στο βάθος της ματιάς του.

Λοιπόν, αφού πέρασε ολόκληρη η μέρα, εκεί προς το απόγευμα, όταν πλησίαζε το βράδυ, το σκέφτηκε καλά-καλά και του έγραψε: «Γεύση γλυκόπικρη». Αναφορά παράδοσης. Εντούτοις ουδεμία αντίδραση. Αλλά ίσως δεν ήταν το σωστό μήνυμα: πολύ ισορροπημένο, διαπίστωση χωρίς ερώτημα. Την επομένη –πού η περηφάνια και πού η ανεξαρτησία της;- επανέλαβε την ίδια αξιοθρήνητη διαδικασία: «Θλιβερές σκέψεις. Γιατί;». Και πάλι τίποτα. Στα είκοσι χρόνια αυτής της ιστορίας ποτέ της δεν θυμόταν να έχει ξεπέσει τόσο.

Κάποτε τον είχε βάλει να της ορκιστεί: καμιάν άλλη, παρά τις «απιστίες» του, καμιάν άλλη δεν είχε χώσει βαθιά μες στην καρδιά του. Ή: «τόσο βαθιά μες στην καρδιά του». Δεν θυμόταν τι από τα δύο τον είχε βάλει να ορκιστεί. Ήταν ένα παιχνίδι κάπως οριακό. Η ίδια είχε κι αυτή απαρνηθεί τον ωραίο φίλο με το καλαμπούρι στο στόμα και τη μελαγχολία στο βλέμμα («όχι πολύ βαθιά» είχε πει). Είχαν περάσει όμως αρκετά χρόνια από τότε. Τώρα συνδαύλιζαν την παλιά φωτιά με χαρτάκια – κανένα κούτσουρο της προκοπής. Μια στιγμή άναψε, φούντωσε. Ήταν η ώρα της αναμονής. Αλλά η αναμονή έχει τους δικούς της νόμους. Και μόνο το ότι «περιμένεις», σε κάνει να ριγείς, να τρέμεις. Αχ, την ξεγέλασε εκείνο εκεί το καρδιοχτύπι! Νόμισε, λέει, ότι είχε επιστρέψει στα 16.
(Πώς συγκινεί ο αριθμός 16! Κάθε επανάληψη αυξάνει κατακόρυφα την αλμυρή παραγωγή. Σείσε, νταλίκα, το αυτοκινητάκι, μήπως συνέλθει η έφηβος!)

Δεν ζηλεύουν και δεν πονάνε πια. (Η ζωγράφος ήταν στιγμιαίο ατόπημα). Δικαίωμά του πλέον να ’χει κλείσει όλα τα βράδια του και να ’χει κρατήσει μονάχα ένα ελεύθερο. Η καθημερινότητα έχει πιο πολλά δικαιώματα από το έκτακτο. Δυο «έκτακτα» σίγουρα δεν χωρούν σε μια βδομάδα, πόσο μάλλον τρία! Ούτε και στη δική της βδομάδα θα χωρούσαν. Μόνο δεν έπρεπε πια να την εξευτελίζουν. Αφού δεν πονούσαν, αφού με τόση άνεση έχωναν στην καρδιά τους –πώς μετριέται, αλήθεια, εκεί το «βάθος», άλλους, την άμοιρη τη σχέση έπρεπε να τη σεβαστούν. Του το εξηγούσε εδώ και χρόνια. Γιατί κάτι είχε υπάρξει κάποτε… Αλλά αυτός επέμενε να συναντιούνται. «Σε χρειάζομαι», έλεγε, και την έπειθε κάθε φορά. Την έπειθε η υπόκωφη φωνή του, αυτός ο σαν ψίθυρος από σπηλιά που φτάνει ωστόσο με ένταση στο αφτί της. Ήταν το πιο ακατανίκητο χαρακτηριστικό του. Κατά τα άλλα… Χρόνια τώρα κάτι παλιές ακατανίκητες ιδιότητες είχαν ατονήσει. (Δεν ήταν η πρώτη φορά, αλίμονο, που τα κορμιά φέρονταν σαν κοιμισμένα).

Έπρεπε από κάθε άποψη να σταματήσουν. Ας μιλούσαν στο τηλέφωνο να δώσουν ένα τέλος, συμφιλιωμένο και καθαρό, και ας μην επικοινωνούσαν ποτέ πια. Το τηλέφωνο. Η μικρούλα ασημένια συσκευή: «λίστα επαφών»… Σίγουρα δεν θα ήθελε καθόλου να ξέρει εκείνος πως εξαιτίας του κάποιος ταλαιπωρούνταν στη μέση της εθνικής οδού. Μα ίσως δεν του είχε δώσει να καταλάβει με τα άχρηστα μηνύματά της. Δεν ήταν ποτέ σκληρός.
Στο κάτω κάτω η οικτρή αποτυχία ίσως οφειλόταν... Αν δεν υπήρχαν τα νέα σκηνικά… Δεν έφταιγε τάχα η μεγάλη βεράντα που θα χωρούσε τόσον κόσμο το καλοκαίρι, η κάβα με τα πολλά ποτά, η καθισμένη φιγούρα; Αχ, επανερχόταν στα ίδια και στα ίδια! (Όσο για τη ζωγράφο, μπορεί να μην ίσχυε τίποτα από όσα μια νοσηρή φαντασία υπαγόρευε).

Το όνομα… Το τηλέφωνο.

Κι όμως έπρεπε να είχε στείλει μήνυμα. Το τέρας! Ποια αξία απέμενε σε μια σχέση, όταν ο άλλος δεν αφιέρωνε δυο λεπτά στην πληκτρολόγηση, όταν δεν κατέβαλλε τον κόπο να εφεύρει μια δικαιολογία. «Είμαι μπλεγμένος ώς αργά το βράδυ». Και: «σε σκέφτομαι».
Ή μήπως αυτό που φοβόταν πάνω από όλα –ο σοφός- ήταν πως η παραμικρή παρέκκλιση από το πρόγραμμα της «μιας νύχτας» μπορεί να τους έσφιγγε ξανά μεταξύ τους, να τους έβαζε όχι πια μόνο στην καρδιά παρά στη ζωή του άλλου. Πολύ επικίνδυνο, όντως! Είχαν υποφέρει βαριά, είχαν ματώσει. Ποιος ήθελε να ξαναζήσει εκείνη την αποκόλληση, σαν πεταλίδα απ’ τον βράχο της; Όχι, καλύτερα «βαθιά στην καρδιά» και καθόλου στη ζωή του άλλου. Δεν είχε κι άδικο. Όμως στην πράξη, αχ στην πράξη, έπρεπε να της είχε στείλει κάποιο μήνυμα………………

Δένει ξανά τη ζώνη. Κλείνει το κινητό· εντελώς. «Άντε, και του χρόνου!» Σφουγγίζει το πρόσωπό της. Τα υπέροχα ψηλά βουνά στο βάθος… Καθώς βγαίνει στην εθνική, μια νταλίκα παιανίζει. Διαμαρτύρεται τάχα ή χαιρετίζει;


Οdyss,20.08.2010

*/ "Καιόμενα σπίτια". Μια παράξενη παράδοση που υπήρχε σε κάποιες περιοχές της βαλκανικής στα νεολιθικά χρόνια. Στα ανατολικά Βαλκάνια, έκαιγαν τα σπίτια τους επίτηδες. Μάζευαν εύφλεκτη ύλη γύρω γύρω και τα έκαιγαν εντελώς, μέχρι το πάτωμα. Επίτηδες. Όχι για λόγους υγιεινής ή για λόγους χωροταξίας. Όχι για να χτίσουν μεγαλύτερα ή για να αποκτήσουν φαρδύτερους δρόμους, ούτε για να εξοντώσουν τις ασθένειες. Μόνο και μόνο γιατί ένα σπίτι πρέπει να πεθάνει. Αφού γερνάει, όπως οι άνθρωποι. Ένα σπίτι πρέπει να πεθάνει, για να γεννηθεί το καινούργιο σπίτι!


13.8.10

ΙΧΝΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ…

Θερινές ώρες τ΄Αυγούστου. Ίχνη ανθρώπων στην άμμο και στ΄ακρογιάλια της ανοιχτάδας- θάλασσας που περιμένει πάντα και υπόσχεται. Πλόες και βλέμματα ανοικτά σε τόπους χωρίς τα όρια των «ιδεών» μας. Μικρoύς κι απέραντους συνάμα και πιο μεγάλους ακόμη με τα άλλα μάτια που χωρούν τα πάντα. Της ψυχής…

Όταν πέφτει το φως κι οι εικόνες χάνονται για λίγο αρχίζουν οι αισθήσεις μας ν΄αποζητούν στις εσχατιές τ΄ουρανού-κόσμου τις απόμακρες απαντοχές του στις Πλειάδες και τον Μπελντεγκέζ κι αφήνεται να ξεχυθεί πάνω στις κορυφές των βουνών και τα ανειρήνευτα κύματα της θάλασσας ο εκμαυλιστικός ψίθυρος της πλάσης που μόνη εκείνη καταφέρνει να γαληνεύει το σπαραγμό του εφήμερου και της ευτέλειας…

Θαρρώ πως την ώρα της ραστώνης που λιγοστεύουν οι έγνοιες φαίνεται να στερεύει μια σταλιά κι η απληστία που θανάσιμη, σαν φαρμάκι κρυφό, καταφέρνει πάντα να μεταμορφώνει το ελάχιστο που μας χρειάζεται σε σκοπό που αγιάζει όλες τις απωθημένες ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης… Η μόνη μας εναντίωση ο Πολιτισμός και η εξημέρωση του «μέσα μας» θηρίου με την καταλλαγή και το Λόγο…Η ποίηση, η τέχνη, ο έρωτας… Να, σαν και τα καλοκαιρινά σημάδια…Ίχνη ανεπιτήδευτα κι ανεξίτηλα στην καθημερινή συνθήκη…Ένα κοινό βίο, ενιαίο κι αδιαίρετο παντού όπου κατοικήθηκαν τοπία και πλάστηκαν τόποι με διάθεση φιλοκαλική…΄Ανθρωπος κόσμον ποιεί
Α.Τάσσος, Χαρακτικό για το Άσμα ασμάτων
Από την Οδύσσεια και το έπος του Γκιλγκαμές* ίσαμε το Άσμα ασμάτων**, την Έμιλι*** και τον Νίκο Καρούζο, από τη Νίκη της Σαμοθράκης και τους Μοάι**** στη νήσο του Πάσχα ίσαμε τον αρπυστή της Κέρου και τις φιγούρες του Τζιακομέτι, από τις αρχαίες αττικές ληκύθους και τα φαγιούμ ίσαμε τον Δομήνικο και τον Μάλεβιτς*****, από τα χορικά της Αντιγόνης ίσαμε τον Οθέλλο, τον έρωντα τραγουδιστή του Κορνάρου και την απόλυτη ταύτιση της Γερτρούδης****** με την άδηλη μοίρα μιας βαθιάς ουσίας που κατέλυσε μόνο η ανυπαρξία, οι άνθρωποι βρήκαν τον τρόπο μέσα από την τέχνη να εκφράσουν εκείνη που μόνη μπορεί να μας παρηγορεί και να μας γ(ο)ητεύει (=γιατρεύει) …Την αγάπη…

Odyss, 13.08.2010

Σημειώσεις:
*/To Έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα επικό ποίημα από την περιοχή της Βαβυλωνίας κι αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο που ανάγεται σήμερα στην Ασσυροβαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για τη συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθικό ή/και ιστορικό πρόσωπο βασιλέα ήρωα της Ουρούκ που θεωρείται ότι έζησε την 3η χιλιετία π.Χ. Το έπος του Γκιλγκαμές, αποτελεί μια ποιητική παράδοση, στην αρχή προφορική, που μετά από κάποιους αιώνες απετέλεσε τον πυρήνα ενός ποιητικού κύκλου σε σουμερική γλώσσα. Οι μεταγενέστεροι ποιητές του Ακκάδ εμπνεύστηκαν ένα έπος όπου στη πληρέστερη μορφή του, (όπως έχει διασωθεί), περιείχε δώδεκα άσματα.Το έπος αυτό περιλαμβάνει και τον περίφημο μύθο του Κατακλυσμού των Σουμερίων, με ήρωα τον Ουτναπιστίμ. Η βασική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βασιλιά Γκιλγκαμές και τον Ενκίντου, έναν ημιάγριο άνθρωπο που γίνεται φίλος του βασιλιά και μαζί αναλαμβάνουν ριψοκίνδυνες αποστολές, ενώ δίνει μεγάλη σημασία και στο συναίσθημα απώλειας που διακατέχει τον Γκιλγκαμές μετά το θάνατο του Ενκίντου.Το Έπος του Γκιλγκαμές έχει παρουσιαστεί από πολλούς συγγραφείς είτε ως μετάφραση είτε ως μυθιστορηματική αφήγηση του πρωτότυπου κειμένου.


**/Ενδεικτικά μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Σχόλια στο Άσμα Ασμάτων» του Χρ.Γιανναρά (Εκδ.Δόμος)


Μέλαινά εἰμι καὶ καλή.


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ κορμί, ντυμένο τὴ μαυριδερὴ λαμπράδα τοῦ ἥλιου. Ἄφοβη γύμνια στιλπνῆς ὀμορφιᾶς καὶ χρειάστηκαν αἰῶνες γιὰ νὰ τολμηθεῖ αὐτὴ ἡ ἀμφίστομη ἀφοβία. Νὰ ἰσορροπήσει τὸ θάμβος ἄκρη στὴν κόψη τοῦ ἐπισφαλοῦς. Χαίνων τῶν πουριτανῶν ὁ πανικὸς ἀπὸ τὴ μιά, ἀπόκρυμνη φοβία ὑφασμένη στὴν ἁπτὴ εἰκὁνα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ κορμί της. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ρομαντικὲς κατωφέρειες ναρκισσικῆς ἀδηφαγίας, βρηχυθμοὶ πόθου καλυμμένοι στὸ μελώδημα τρυφερῶν αἰσθημάτων…


***/Έμιλι Ντίκινσον


Η Έμιλι Ελίζαμπεθ Ντίκινσον ήταν αμερικανίδα ποιήτρια του 19ου αιώνα (10 Δεκεμβρίου 1830-15 Μαΐου 1886). Αν και όχι τόσο διάσημη όσο ήταν εν ζωή, πλέον θεωρείται, μαζί με τον Ουώλτ Ουίτμαν, από τους πιο αναγνωρισμένους ποιητές και αντιπροσωπευτικούς αμερικανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της μένοντας αποκλεισμένη στο σπίτι των γονιών της στο Άμχερστ και ολόκληρη η εργογραφία της παρέμεινε ανέκδοτη και κρυμμένη μέχρι και το θάνατό της. Εξαίρεση αποτέλεσαν μονάχα πέντε ποιήματα, από τα οποία τρία δημοσιεύτηκαν ανώνυμα και ένα εν αγνοία της ίδιας της ποιήτριας.


****/Μοάι


Το «νησί του Πάσχα» στον Ειρηνικό ωκεανό παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, εξαιτίας της ύπαρξης των μνημειακών διαστάσεων λαξευμένων μορφών, των ταφικών της μνημείων, κτηρίων και μνημείων που αποδίδονται σε γηγενείς αρχαιότερων εποχών. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν τα γιγάντια λίθινα αγάλματα ή μοάι, ύψους και 10m, πολλά από τα οποία είναι ημιτελή. Τα αρχαιότερα αγάλματα χρονολογούνται στον 8ο αι. Το 1995 η UNESCO χαρακτήρισε την περιοχή (Εθνικό Πάρκο Ράπα Νούι) ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.


*****/Καζιμίρ Μάλεβιτς


Καζιμίρ Μάλεβιτς Severinovich [ρωσικά : Казимир Северинович Малевич, πολωνικά : Kazimierz Malewicz, Ουκρανικά : Казимир Северинович Малевич [kazɪmɪr sɛʋɛrɪnoʋɪtʃ mɑlɛʋɪtʃ] , γερμανικά : Kasimir Malewitsch], (23.02.1879 [στο παρελθόν 1878] – 15.05.1935) ήταν Ρώσος ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης που γεννήθηκε στην Ουκρανία από Πολωνούς γονείς. Υπήρξε πρωτοπόρος της γεωμετρικής αφηρημένης τέχνης και ένας από τους δημιουργούς της ρώσικης αβαν-γκαρντ και του κινήματος του σουπρεματισμού.


******/ "Γερτρούδη" / "Gertrud" [1964] _Μια ταινία του Καρλ Ντράγιερ

Ο Ντράγιερ είχε δέκα χρόνια να κάνει νέα ταινία μετά το Λόγο, όταν επιχείρησε το 1964 να μεταφέρει στην οθόνη ένα θεατρικό έργο του όχι και τόσο γνωστού συγγραφέα Χάλμαρ Σέντερμπεργκ, γύρω από μια ηρωίδα στις αρχές του αιώνα μας. Η υποδοχή της κριτικής ήταν κάτι παραπάνω από απογοητευτική: η Γερτρούδη κατηγορήθηκε σαν μια ανιαρή, ψευτο-φεμινιστική ταινία ενός ξεμωραμένου γέρου, που δε θύμιζε σε τίποτα το δραματικό μεγαλείο των προηγούμενων έργων του. Μόνο τα Cahiers du Cinema υπερασπίσθηκαν με πάθος την ταινία, γιατί είχαν τη διαύγεια να δουν ότι πίσω από την φαινομενική απλότητα του Ντράγιερ κρυβόταν μια συγκεκριμένη αισθητική και ηθική άποψη, που συμβάδιζε με τα ρεύματα της ανίχνευσης νέων εκφραστικών μορφών στη γλώσσα του κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του '60. Σήμερα η Γερτρούδη θεωρείται μια κλασική πλέον δημιουργία, που έχει γίνει αντικείμενο πολλών αναλύσεων, μια άξια διαθήκη με την οποία κλείνει το έργο του Ντράγιερ.


«Amor omnia» /(Η αγάπη είναι το παν) γράφει η Γερτρούδη, όσο είναι ακόμα ζωντανή, στο σταυρό του τάφου της κι η φράση αυτή αποτελεί το κλειδί της ταινίας. Ποια είναι η Γερτρούδη; Μια γυναίκα που αγάπησε, αλλά η δίψα της για έναν απόλυτο έρωτα, όπου θ' αποτελεί το κέντρο του ενδιαφέροντος κι ο άντρας δε θα την μοιράζεται με κανένα άλλο πάθος του, την οδηγεί στην ηθελημένη μοναξιά... Στο τέλος βρίσκουμε τη γερασμένη Γερτρούδη να βαδίζει προς το θάνατο, σοφή και μόνη, αλλά ικανοποιημένη, γιατί όπως γράφει σ' ένα ποίημά της: "Ήμουν όμορφη; Όχι... αλλά αγάπησα. Ήμουν νέα; Όχι... αλλά αγάπησα. Έζησα; Όχι... αλλά αγάπησα".


Ο Ντράγιερ προσεγγίζει το θέμα του με συγκλονιστική λιτότητα: μεγάλα πλάνα σεκάνς, ένα μίνιμουμ διαλόγου, τα ουσιαστικά στοιχεία που πρέπει να τονισθούν, αποδραματοποίηση, όχι όμως ψυχρότητα. "Στο θέατρο έχει κανείς το χρόνο να σταθεί στις λέξεις και στα συναισθήματα. Κι ο θεατής έχει με τη σειρά του το χρόνο να αντιληφθεί αυτά τα πράγματα. Στον κινηματογράφο είναι διαφορετικά. Γι' αυτό και μ' αρέσει να το συμπυκνώνω όσο μπορώ περισσότερο" λέει ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξή του. Κι ένα τέλειο παράδειγμα "αποκάθαρσης" είναι η Γερτρούδη:


"Πίσω από τις ελάχιστα δραματικές εικόνες αναπτύσσεται ένα δεύτερο νόημα, ένα σύστημα σημείων ανεξάρτητων από την αφήγηση... Μέσα από τη φτώχεια των γεγονότων προβάλλει σιγά-σιγά ο διάλογος της Γερτρούδης πάνω στο νόημα της ζωής της... Καθρέφτες και φώτα ενός σπιτιού του 1900 γίνονται το συμβολικό ντεκόρ της γνώσης και της εμφάνισης του εσωτερικού εαυτού. Αυτό που λέγεται στη Γερτρούδη μετρά περισσότερο απ' ότι γίνεται κι αυτά τα λόγια είναι ειπωμένα πιο πολύ για να εκφράσουν εκείνους που τα προφέρουν παρά για να συγκινήσουν αυτούς που τα ακούν" (Jean Semolue).


("Studio 1916-1986, μια συλλογή ταινιών", Επιμέλεια κειμένων Μπ. Ακτσόγλου)