27.5.08

ΚΤΙΣΜΑ ΕΙΣΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΣΑ ΛΑΣΙΘΙΟΥ


Φωτ :.Erieta Attali

ΕΝΑΣ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΗΜΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΙΧΟΣ
…υποδοχή ξενάγησης στις σμαραγδένιες τοιχογραφίες της Κεράς


Μια στενή λωρίδα γης μήκους 40 μ. με ελάχιστο βάθος, που σταδιακά μηδενίζεται, σχεδόν σαν λεπίδα στο σχήμα ενός σκαληνού τριγώνου ήταν ο διαθέσιμος χώρος για την ανάπτυξη ενός κτίσματος για τη στέγαση, στον κεντρικό δρόμο από την Κριτσά στον Άγιο Νικόλαο, βασικών λειτουργιών εξυπηρέτησης ενός μεγάλου πλήθους που συρρέει στη βυζαντινή Παναγία Κερά, ένα μοναδικό και εξαιρετικά διατηρημένο εκκλησιαστικό μνημείο της Κρήτης.

Ένα κτίσμα-ανάλημμα που συγκρατεί τον ελαιώνα, ένας τοίχος δυο διαστάσεων που με τρόπο σχεδόν κρυπτικό στο μεγαλύτερο μέρος του φιλοξενεί τα ελάχιστα που αποζητά ο περιηγητής την ώρα του θερινού μεσημεριού για να περάσει το κατώφλι για μια θαυμαστή ξενάγηση στις σμαραγδένιες και τις βαθύχρωμες πινελιές μιας μοναδικής τεχνοτροπίας συντηρημένης με μεράκι κάτω από τον τρούλο και τις θολωτές καμάρες που άφησε ο χρόνος να λάμπουν μέσα στον κάμπο με τις ελιές και τα κυπαρίσσια.

Ένας τοίχος από πέτρα που ενσωματώνει στο ελάχιστο βάθος του μόνο όσα λιγοστά χρειάζονται συμπαραθέτοντας με ρυθμό λίγα ανοίγματα και δυο σκιασμένους χώρους, απαντοχή για τον ήλιο του καλοκαιριού, μια κτισμένη κουρτίνα λες που επιμελώς αποκρύπτει τα περισσότερα και αφήνει να φαίνονται τα απαραίτητα στρέφοντας το βλέμμα στα γυρωτραφισμένα χωράφια, τις ξερολιθιές που ορίζουν το τοπίο με τους ελαιώνες τριγύρω.

Οdyss 27.05.08

3.5.08

3 ΣΧΟΛΕΙΑ & 3 ΣΧΟΛΙΑ

Τρία βιώματα σε τρεις εποχές
Κοινός τόπος το «μοντέρνο»και οι αντοχές του

Τρία δημοτικά σχολεία …Στην Κριτσά Λασιθίου κοντά στον Άγιο Νικόλαο, τον τόπο που μεγάλωσα και τέλειωσα το δημοτικό, στα Πευκάκια στην Αθήνα (του Δημ.Πικιώνη/1931-32) όπου σπούδασα στην Αρχιτεκτονική και τη ζωή της μεγάλης πόλης, στην οδό Καλλισπέρη κάτω από την Ακρόπολη (του Π.Καραντινού/1932),όπου με βγάζουν καμιά φορά τα βήματά μου όταν βρεθώ στο Ηρώδειο σ’ αυτές τις μικρές σύντομες επισκέψεις στο κλεινόν άστυ, που εξακολουθώ πάντα όταν τα καταφέρνω να βάζω στο προσωπικό μου ημερολόγιο…Τι κοινό έχουν μεταξύ τους; Στη δική μου συνείδηση και μνήμη, στη δική μου αντίληψη για το κτισμένο και τη λειτουργία του δημόσιου κτιρίου, αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές χρονικά αλλά ουσιώδεις –αν και καταγωγικά όχι απομακρυσμένες- εμπειρίες, που δεν παύουν να ασκούν πάνω μου εκτός από επιρροή και μια κρυφή γοητεία…


Δημοτικό σχολείο Κριτσάς Λασιθίου/ φωτο. odyss

Κριτσά 1965-1971…Μαθητής στο δημοτικό σχολείο, ένα ολότελα μοντερνιστικό κτίριο που είχε αράξει σαν παλιό υπερωκειάνιο στην άκρη του οικισμού, νωρίς ήδη από το 1938,ως απόρροια κι αυτό ενός μακρόπνοου προγράμματος (σχολικών κτιρίων) που ξεκίνησε η δεύτερη κυβέρνηση Βενιζέλου, με υπουργό παιδείας το νεαρό τότε Γ.Παπανδρέου, αναγκαίο βήμα για τη στοιχειώδη οργάνωση των εκπαιδευτικών μηχανισμών του αστικού εκσυγχρονισμού του μεσοπολέμου που διακόπηκε βίαια από δικτατορίες. πολέμους και εμφυλίους που σημάδεψαν τον τόπο οριστικά…Τα χρόνια της πρώιμης επαφής με τους θεσμούς της σχολικής εκπαίδευσης. Με τα βήματα μιας πρώτης διαφυγής στη γνώση και τη γοητεία μιας ατέρμονης περιήγησης, η αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας –ίσως- εμείς έτσι το προσλαμβάναμε τότε, που θα μας έφερνε σ΄ επαφή με θαυμαστούς καινούριους κόσμους…Η δασκάλα μου των τριών πρώτων χρόνων λεγόταν Ελευθερία (!). Μας έμαθε τα πρώτα γράμματα με το αναγνωστικό «του Πέτρου και της Έλλης».αυστηρή και δίκαιη, συστηματική και αδέκαστη ακόμη και με τους «καλούς» μαθητές για τους οποίους δεν είχε κανένα δισταγμό να κάνει επίδειξη αυστηρότητας χρησιμοποιώντας πολλές φορές και την οδυνηρή αμυγδαλόβεργα και βεβαίως φέρνοντας στην τάξη ως παρατηρητή και τη μικρή Σοφία, την κόρη της, που διαβολικά προτιμούσε μόνο εμένα μόνιμα για συγκάτοικο στο ίδιο θρανίο…Το δημοτικό σχολείο της Κριτσάς ευτυχώς υπάρχει ακόμη εκεί…Με μια ενδιαφέρουσα ισορροπία μνημειακών επιλογών (κύρια είσοδος με φαρδιά κλίμακα με φοίνικες ,ολοφάνερα μεγάλο μέγεθος σε σχέση με τα κυρίαρχα μεγέθη γύρω) και μοντερνιστικών πλαστικών και τυπολογικών στοιχείων (όγκος κλιμακοστασίου με μακρόστενο κατακόρυφο συνεχή φεγγίτη, μεγάλα ανοίγματα στο νότο, καθαρή γεωμετρική φόρμα) αποτελούσε μόλις ολοκληρώθηκε σημείο αναφοράς και τοπόσημο ολόκληρου του ιστορικού ιστού του οικισμού, εμπλουτίζοντάς τον με μια δυναμική λειτουργική πολεοδομική παράμετρο ιδιαίτερα ευδιάκριτη και εμβληματική μέχρι σήμερα. Είναι δύσκολο να γκρεμίζεις σχολεία και εκκλησίες,ίσως…Διαφορετικά η κτιριακή στρωματογραφία του τόπου μας θα΄χε γίνει από καιρό φτωχότερη με τη σύγχρονη μανία «ανανέωσης» και απόλυτης αξιοποίησης κτισμάτων, αδόμητων εκτάσεων και τοπίου, με τη διάθεσή τους στην αδηφαγία μιας ολότελα εκχυδαϊσμένης και μαζικής οικιστικής υπερπλήρωσης που ξεπερνά απολύτως τη φέρουσα ικανότητα των τόπων μας και έχει από καιρό καταστρέψει με κάθε τρόπο το περιβάλλον και το φυσικό τοπίο, μετατρέποντας τα πάντα σε μια τεράστια ταμειακή μηχανή…

Δ.Πικιώνης /Σχολείο στα Πευκάκια (1931-32)

Αρχιτεκτονική Σχολή ΕΜΠ…Αθήνα 1977-1983…Πέμπτο εξάμηνο ,1979, επίσκεψη στα Πευκάκια στο σχολείο του Πικιώνη…Μια ενότητα κτισμάτων αρθρωμένη με το μοναδικό τρόπο της ανταπόκρισης σε μια φιλική και αντιιεραρχική ανθρώπινη κοινότητα, με κλίμακες οικείες και αναφορά στους δεσμούς των μικρών μαθητών με τις αναλογίες και τη λογική της κοινοτικής συνεύρεσης και της διαφορετικότητας. Η τάξη – μονάδα με τη δική της αυλή, ένας κόσμος ολόκληρος και αυτόνομος,μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου πραγμάτων…Με τον ήλιο και τον αγέρα να κυκλοφορεί ελεύθερα, με την ιεραρχική προσέγγιση του σχολείου-μνημείου να καταλύεται επιδεικτικά, με τη διάθεση της αρχιτεκτονικής – του μοντερνισμού – να συμβάλει με το δικό της εμπνευσμένο τρόπο στη διατύπωση μιας κτισμένης αλληγορίας, στη διαμόρφωση ενός δημόσιου χώρου που ανταποκρίνεται θετικά στο αίτημα για μια οργάνωση του κοινού βίου μέσα από την ελπίδα και τις προσδοκίες που εξέφραζε το πολιτικό όραμα εκείνης της περιόδου…Θυμάμαι το Δημήτρη Αντωνακάκη και τη Μπούκη Μπαμπάλου, δασκάλους και πολίτες ταυτόχρονα , να μας ξεναγούν , ένα σμάρι νεαρά φοιτητούδια, στις μορφές και το σχήμα ενός νεωτερικού Αρχιτέκτονα – στην αρχή – που δεν δίσταζε να μετασχηματίζει μαζί με όλη εκείνη την ηρωική γενιά του μεσοπολέμου , το αίτημα για το ξεπέρασμα της υπανάπτυξης σε κτισμένο τοπίο συμβάντων δεμένων με τις πραγματικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας. Ο Δημήτρης και η Μπούκη ,τριάντα χρόνια μετά, εξακολουθούν πάντα να διδάσκουν με την επιμονή, το ήθος και τη δημιουργική τους κατάθεση, πως η Αρχιτεκτονική είναι μια υπόθεση που οφείλει να υπηρετεί τους ανθρώπους και δεν έχει σχέση μόνο με τις ικανότητες και το ταλέντο αλλά κυρίως με τις επιλογές και τις προτιμήσεις μας…

Π.Καραντινός/Σχολείο στην οδό Καλλισπέρη & Καρυάτιδων (1932)
Οδός Καλλισπέρη…Καλοκαίρι 2007…Παράσταση στο Ηρώδειο. Σταθμεύοντας εκεί κοντά (δίπλα σχεδόν στο γιαπί του νέου μουσείου της Ακρόπολης) βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω να περιεργάζομαι κάτω από το φως του φεγγαριού , τη φιγούρα και το στιβαρό σχήμα ενός άλλου εμβληματικού κτιρίου που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πάντα…Του σχολείου του Πάτροκλου Καραντινού…Στην αρχή δεν είχα ακριβώς καταλάβει που είχα βρεθεί. Μετά ξαφνικά μέσα μου είπα «ναι, αυτό είναι»...Το κτίριο λουσμένο από τη λάμψη της σελήνης να στέκει πάντα εκεί χρόνια μετά, μετασχηματίζοντας με το λεξιλόγιο του έπους του μοντερνισμού, το δίδαγμα και την αναλογία του σηκού του Παρθενώνα, διαρκούς μνημείου και ακατανόητου ίσως ακόμη για πολλούς μορφώματος και επιτομής μιας ανώτερης συνείδησης του «πραγματικού», σε γεωμετρική αφαιρετική και ποιητική διατύπωση ενός αυτόνομου και λειτουργικά αυτονόητου κτιριακού οργανισμού που δεν φοβάται τη σύγκριση και τον αληθινό διάλογο με τις απώτερες και τις πρόσφατες αρχιτεκτονικές αποθέσεις που το περιβάλλουν…Αυτά σκεφτόμουν και μειδιούσα παρακολουθώντας την πρόσφατη συζήτηση για τη σχέση του γειτονικού νέου μουσείου με τον Παρθενώνα που για να γίνει φαίνεται πειστική οφείλει να κατεδαφίσει γύρω της όλο το αρχιτεκτονικό απόθεμα της περιοχής …Καραντινός-Τσουμί 1-0…

3 σχολεία, μνήμες μιας "γενναίας" εποχής, μιας καθοριστικής συμβολής της μοντέρνας Αρχιτεκτονικής στην υπηρέτηση του οράματος ενός τόπου κι ενός κόσμου που δεν δαπανά τα πάντα στην τερατώδη κατανάλωση των πόρων που δανείστηκε από τις επόμενες γενιές, αλλά προσπαθεί με τρυφερότητα σχεδόν και με γνώση να υπηρετεί τις ανάγκες των ανθρώπων χωρίς να αγνοεί την ιστορία και τη μνήμη, το ουσιαστικό που διαρκεί και το ριζοσπαστικό που ανοίγει καινούριους δρόμους, αυτό που επαναθεμελιώνει ηθικά κάθε μέρα την ίδια την ύπαρξή μας…Η Αρχιτεκτονική ως μέρος ενός συλλογικού εγχειρήματος που θεωρεί πως ο κοινός μας βίος μπορεί να μετασχηματίζει ανόθευτα την ταυτότητά του σε δημόσια εικόνα όσο είναι σε θέση να κατακτά μια ανώτερη κοινή συνείδηση που ανασυνθέτει όλα τα ερεθίσματά μας…

Odyss 3.05.08

29.4.08

ΜΟΝΑΔΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΚΡΗΤΗΣ

ΧΩΡΟΣ ΤΡΥΦΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΥΣΤΕΡΟ ΒΛΕΜΜΑ
…μαζί με μια μικρή υπόγεια κρύπτη




φωτο.Odyss

Ένα οικόπεδο -ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο- στις παρυφές της παλιάς πόλης, κοντά σε μια από τις δυο βασικές αρτηρίες εισόδου στην πόλη. Ο ακάματος ζήλος ενός ιερέα ποιητή που γράφει και αφιερώνει χάι κου και μια κινητοποίηση ανθρώπων πολύχρονη συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία μιας εγκατάστασης που φανερώνει το περίσσευμα της συλλογικής έγνοιας.
Πριν από χρόνια εξόριζαν τους διαφορετικούς σε ξερονήσια, έστηναν γκέτο για τους πάσχοντες ή κολαστήρια για όσους βίωναν την εσχατιά της ανθρώπινης κατάστασης. Στίβαζαν τους γέρους σε παραπήγματα ή τους φυλάκιζαν σε ιδρύματα χωρίς μια στάλα φως που δεν ήταν βέβαια καλύτερα από τα τσαντίρια μες στη λάσπη που ζουν ακόμη και σήμερα οι κάθε λογής πλάνητες και τσιγγάνοι της λάμπουσας Ευρώπης. Η Σπιναλόγκα των λεπρών έκλεισε το 1957 αλλά εμείς εξακολουθούμε με πολλούς τρόπους να επαναθεμελιώνουμε πολλές σπιναλόγκες κάθε τόσο μέσα μας.
Η μονάδα αυτή υπήρξε μια εξαιρετική ευκαιρία για μια μαθητεία και προσωπική σε όλα εκείνα που εξακολουθούν να συνθέτουν τους καθημερινούς αποκλεισμούς που στοιχειώνονται πάνω στην αδιαφορία και την προκατάληψη. Θυμάμαι στα πρώιμα διαβάσματά μου τη γοητεία που ασκούσε πάνω μου ο ξενώνας ηλικιωμένων του 'Αλβαρ 'Ααλτο όχι μόνο για τη μοναδική του αρχιτεκτονική αλλά κυρίως γιατί αντιπροσώπευε το κτίσιμο μιας ιδέας για τον «άλλο», για τους ξεχασμένους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας.

Ηeike Poelmann-Pothou /Τρίπτυχο στο χώρο εισόδου,μεικτή τεχνική ,2007
Μια μεγάλη αυλή στραμμένη στην ανατολή για να μπαίνει άφθονο πρωινό φως και να διώχνει τη θλίψη, άνετοι και εύκολοι χώροι για τις κινήσεις κάθε είδους, ένας χώρος κοινής δραστηριότητας κοντά και πάνω στην αυλή, πολλές ράμπες και χρώματα φωτεινά και γενναιόδωρα ,μια ελάχιστη συμβολή του σχεδιασμού σε αυτούς που γέννησαν τον κόσμο μας. Και μια μικρή εκκλησία σαν κρύπτη σχεδόν που μόλις και διακρίνεται ο θόλος της στη μεγάλη αυλή -ανοικτό θέατρο συμβάντων- τόπο για να σμίγουν οι ένοικοι με την κοινότητα. Μια υπέροχη μικρή συλλογή από έργα τέχνης χαρισμένα από καλλιτέχνες ντόπιους να γεμίζει τους χώρους, κοντά σε μια διαρκή αλήθεια που μόνο αυτή μπορεί να εκφράζει .«…Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος κάτι να γνωρίσουμε..» (Ν.Εγγονόπουλος)
Odyss 29.4.08

22.4.08

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Η ώρα των κρίνων και η ευωδία των λεμονανθών
της πασχαλινής μετάβασης ,ως θριαμβική κυριαρχία
της ζωής και μοναδική παραμυθία

στο σπαραγμό της θνητότητας



Η μυροβόλος ευωχία της άνοιξης και η οσμή της γονιμοποιού
γύρης που παρασυρμένη από την ορμή του αγέρα μετασχηματίζει
την ακίνητη δύναμη της εν σπέρματι ζωής σε οργανική έκρηξη
ορίζοντας το σχήμα μιας ατέρμονης δημιουργικής αλληλουχίας
και καταλύοντας τη χειμέρια νάρκη της ύπαρξης, συναντά τους
ακατάλυτους συμβολισμούς της στην ακολουθία του Θείου Πάθους
και τη μετάβαση από το θάνατο στη ζωή...Καλό Πάσχα
Οdyss 22.04.08

21.4.08

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΣΑ

ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
από τη μικρή περίκεντρη επιτομή
ενός λατρευτικού χώρου
στην εποπτεία του κοσμικού χάρτη
ως τις εσχατιές του βλέμματος



φωτο.Erieta Attali
Όταν για μια φορά, σπάνια στην προσωπική εμπειρία, έχει κανείς τη δυνατότητα να σχεδιάσει και να κτίσει ένα τόπο λατρείας η κινητοποίησή του φτάνει στα όρια μιας οριακής ενδοσκόπησης. Ο χώρος μιας εκκλησίας δεν είναι ένα κτίριο για τα λατρευτικά γεγονότα μιας ομήγυρης αλλά τόπος συμβίωσης και συμβάντων της τοπικής ανθρώπινης κοινότητας. Οι μόνες σταθερές είναι ο άχρονος κόσμος, στα χωρίς εσχατιές όρια του και η πεπερασμένη ματιά του επίγειου βλέμματος που συμμορφώνεται στα σχήματα, τα μεγέθη και τις κλίμακες του τόπου και του τοπίου ολόγυρα.

Στην άκρη του οικισμού της Κριτσάς, ιστορικού κέντρου μιας μεγάλης γεωγραφικής ενότητας με άλλες 50 εκκλησίες, κτίσθηκε ο Άγιος Ραφαήλ. Στην παλιά γειτονιά τις Κουκίστρες με το φαράγγι του Χαβγά στο βορρά και τον κάμπο με τα λιόφυτα απλωμένο στα πόδια ίσαμε εκεί που καλύπτει τα πάντα η αχλύς θάλασσας και τα βουνά του μακρινού ορίζοντα. Δίπλα στα περιβόλια με τις νερατζιές και τα ευωδιαστά άνθη, μικρές καθημερινές απαντοχές μιας κοσμικής αύρας που δονεί τις υπάρξεις για να αντέχουν στο χρόνο.

φωτο.Εrieta Attali
O 'Αγιος Ραφαήλ είναι μια περίκεντρη μικρή εκκλησία που συναιρεί τις προσλήψεις του Αρχιτέκτονα από μια μεγάλη κτισμένη παράδοση που υπάρχει στην περιοχή και διασώζεται ακόμη. Από την Παναγία την Κερά, τρίκλιτη βασιλική των υστεροβυζαντινών χρόνων με τοιχογραφίες που διατηρούν ατόφια τη σμαραγδένια λάμψη τους ίσαμε το μικρό κατάγραφο ναϊσκο του Καββουσιώτη με το αρκοσόλιο και τον Αφέντη Χριστό στο οροπέδιο του Καθαρού, ο ναοδομικός πλούτος της Κριτσάς αποτυπώνει στο χώρο της τη μακρά διάρκεια μιας πολύχρονης κατοίκησης ιδιαίτερα σημαντικής σε επιρροή στη φυσιογνωμία της περιοχής της.

Την ίδια ώρα υπάρχει πάντα στο υπόστρωμα το αστείρευτο απόθεμα μιας ναϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης που περικλείει ισότιμα τις διηγήσεις του ελάχιστου «παραπαίοντος και μορφολογούντος» θαλασσοδαρμένου ιερού στο Αιγαίο, της μνημειακής και ακατάλυτης υπερχιλιόχρονης Αγίας Σοφίας στην Πόλη και όλων των μοντερνικών μεταγραφών και αναζητήσεων του κόσμου από τον ‘Ααλτο και το Μπότα ίσαμε τον Στίβεν Χόλ και τον Ταντάο Άντο.

H σχέση με τα μεγέθη των μικρών ανώνυμων κτισμάτων της απλής αυτής γειτονιάς, η παρουσία ενός υπέροχου φυσικού φαραγγιού δίπλα και οι οπτικές φυγές στον κοντινό οικισμό και το μακρινό κόλπο του Μεραμπέλλου - με τα Σητειακά βουνά να ιχνογραφούν τον ορίζοντα- αποτέλεσαν σημαντικές παραμέτρους για την ερμηνεία της στοιχείωσης ενός ιερού χώρου στο περιβάλλον του και το τοπίο. Από τη θεμελιώδη Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό ίσαμε τη Σιμωνόπετρα και τη Νotre Dame του Λε Κορμπυζιέ η συμβολή του τοπίου στο συντακτικό της αρχιτεκτονικής είχε πάντα καταστατικό χαρακτήρα.
Odyss 21.4.08

15.4.08

"παρά θιν΄αλός"

...εκεί που οι κινήσεις μας σμίγουν το κύμα

ΣΚΑΛΑ / ΔΡΟΜΟΣ
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ 'Η
ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ
ΘΩΠΕΙΑ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ
ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ




'Aγιος Νικόλαος στην Κρήτη. Μια πόλη με σκάλες. Μικρές και μεγάλες. Με αναπτύγματα που ποικίλουν. Με ύψη απότομα και πιο ήπια. Όλοι σχεδόν οι δρόμοι που οδηγούν στη θάλασσα στην αρχή ή κάπου στη μέση ή στο τέλος τους, θα γίνουν σκάλες. Σκάλες – δρόμοι. Σκάλες της πόλης. Δημόσιοι χώροι. Δρόμοι της πόλης πάνω σ’ ένα πυκνό καμβά μικρών και μεγάλων διαδρομών.

Μια πόλη μ’ ένα δίκτυο κοινόχρηστων χώρων όχι ανάλογο με το μέγεθός της. Με πολλές, μικρές όμως, αποτμήσεις, «ρέλια» δημόσιου χώρου. Κι ανάμεσα σ’ αυτά ,ξεχωριστά, τα κομμάτια – σκάλες. Οι πιο πολλές δεν έχουν γίνει ακόμη. Υπάρχουν δρόμοι προς τη θάλασσα που χρειάζονται μια σκάλα για να μπορέσουν οι κινήσεις μας να σμίξουν το κύμα.

Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια μικρή πόλη με το έπος του φυσικού περιβάλλοντος να διασώζει ακόμη το τοπίο. Μαγική η σχέση της πόλης με τη θάλασσα και τα γύρω βουνά και νησιά. Εκεί στο βάθος του ορίζοντα των Σητειακών οριζόντων ανατέλλει ο ήλιος και το γυμνό φεγγάρι τ΄Αυγούστου. Αυτή την αίσθηση αναζητώντας κι αναδεικνύοντας, γεννήθηκε αυτή η «σκάλα της πόλης». Ένας δρόμος προς τη θάλασσα εκεί όπου απέναντι αγναντεύει κανείς το νησί των Αγίων Πάντων. Η σκάλα «παρά θιν΄αλός». Ετσι ονομάστηκε. Υπάρχουν ακόμη πολλές σκάλες-διαδρομές στο δημόσιο χώρο που περιμένουν αυτούς που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να τις περπατήσουμε, να αγγίξουμε με το βλέμμα ,να μετρήσουμε με το βηματισμό τη γοητεία μιας αναπάντεχης συνάντησης... 'Οπως εκείνες που μπορέσαμε μέχρι τώρα να κτίσουμε...

Υπάρχουν σκάλες – δρόμοι της πόλης που περιμένουν τον "Αρχιτέκτονα"...

Odyss 15.4.08

9.4.08

Hanna Dorothea Ganz Friedrich Hof

1944/2008


Φεστιβάλ touch 2004,'Αγιος Νικόλαος Κρήτης /φωτο. odyss

Οι εκλάμψεις των εικόνων
στο κατώφλι μιας σκοτεινής ηπείρου

Το καλοκαίρι του 2003 γνώρισα τη Hanna, με αφορμή την ατομική της έκθεση στη δημοτική πινακοθήκη Αγίου Νικολάου, τότε που το ξεκίνημα μιας εικαστικής κινητικότητας που έλειπε από την πόλη, έδειχνε πως δεν μετρά το μέγεθος ενός τόπου αλλά αυτό που χρειάζεται κυρίως είναι η έγνοια για τη γνωριμία και την επαφή με δραστηριότητες που δεν υπάρχουν καθημερινά στο συνηθισμένο μας ημερολόγιο.

Η Hanna μια μικροκαμωμένη ύπαρξη, γεννημένη κάπου στη Γερμανία –ποτέ δεν τη ρώτησα που- μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση .΄Ενα οξύ παιχνιδιάρικο κάποιες στιγμές βλέμμα ,λόγια ανακατεμένα με γερμανoπρόφερτες αγγλικές λέξεις και γερμανικά και μια μικρή –ελάχιστη δόση ελληνικών , όπως «καλημέρα» και μέχρις εκεί. Ντυμένη σε σκούρα , κυρίως μαύρα ρούχα , με εμμονή στο αγαπημένο της μπλε και σε λίγα καφετιά, η Hanna ήταν η επιτομή της υποψιασμένης κομψότητας, μ’ ένα αέρα ολοφάνερα διεθνικό , αυτή μια ζωγράφος ,καλλιτέχνης, πολίτης του κόσμου, που καθόλου δεν της άρεσε να προβάλλει τις ιδιαιτερότητές της παρά μόνο αυτή – της ζωγράφου που επιμένει να δουλεύει ακάματη, πάντα αυστηρή με τις όποιες παρεκτροπές και «αφέλειες» που κυριαρχούν στον εικαστικό χώρο.Για την Hanna, η ζωγραφική ήταν η αγαπημένη σχόλη της καθημερινότητας της αλλά όχι μόνο.Η Hanna ήταν ένας homo universalis.

Η προσωπική της έκφραση- στη φάση που εγώ τη γνώρισα -είχε κατακτήσει ένα βαθμό ωριμότητας που μερικές φορές μου δημιουργούσε μια αναστάτωση που δεν μπορούσα να επεξεργαστώ.Το βλέμμα της διερευνητικό, η ματιά της μειλίχια αλλά με μια οξύτητα σπάνια για κάθε τι καλλιτεχνικό, δημιουργούσε συνεχώς μια διείσδυση στις παρυφές ενός απροσπέλαστου και δυσερμήνευτου –σχεδόν κρυπτικού- κόσμου, όπου οι πρωτότυπες ενσταλλάξεις στον καμβά της ύπαρξης συναντούσαν τις πιο ακραίες εκδοχές της σκοτεινής ύλης που κρατά το σύμπαν σε ένα αέναο και ακατάρριπτο στροβιλισμό. Οι οργανικές της μορφές σχεδόν σαν από νυστέρι ένος ανατόμου, που πάντα μου θύμιζαν τις πρώιμες μνήμες της γνωριμίας με τα σχέδια ενός μεγαλοφυούς καλλιτέχνη του Leonardo da Vinci και η ολοένα και πιο φανερή κατάδυσή της στο σκοτεινό βάθος μιας πικρής και ίσως πεσιμιστικής αναδίπλωσης – που όλο και κυριαρχούσε τα τελευταία χρόνια – μου έφερνε στο νου τους αγαπημένους της στίχους της τραγικής Αυστριακής ποιήτριας ΄Ιγκεμπορ Μπάχμαν. Στίχους της οποίας από το ποίημα «Αγάπη: Σκοτεινή ήπειρος» διάλεξε η Hanna για τον κατάλογο της πρώτης της έκθεσης (Ιούλιος 2003) προτρέποντάς με μάλιστα να τους μεταφράσω από τα αγγλικά, με τη βοήθεια της ΄Ινγκας Forward–Πεδιαδίτη, επιθυμία της που τελικά πραγματοποιήθηκε βυθίζοντάς μας στο απύθμενο ρήγμα μιας ποίησης που τώρα – μετά από πέντα χρόνια- όταν ανέτρεξα και πάλι , μπόρεσα να κατανοήσω πόσο αυτοβιογραφική ήταν και για την ίδια.

Θυμάμαι όταν πέθανε η Μαρία Κάλλας το 1977, τον Παύλο Μάτεσι να γράφει στην τελευταία σελίδα του ημερήσιου «Βήματος» πως «..δεν πέθανε μια μουσικός αλλά ή ίδια η μουσική…».Δεν ξέρω γιατί μου κινήθηκε αυθόρμητα αυτός ο συνειρμός, όταν έμαθα τον τραγικό χαμό της Hanna, μια μέρα του Μάρτη του 2008, λίγες μέρες μετά τον ερχομό της ΄Ανοιξης. Δεν ξέρω αν άρεσε στη Hanna , το πέρασμα των εποχών και οι αλλαγές που φέρνουν στον καιρό καθώς διαδέχονται η μια την άλλη, προσθέτοντας χρόνους και ίσως βάσανα και πάθη στις ανθρώπινες υπάρξεις.

Η Hanna δεν ήταν ένας άνθρωπος της ευκολίας.Η γενναιοδωρία της είχε να κάνει με την καθαρότητα που έχουν τα κρύσταλλα και τα καθάρια νάματα που μπορεί να συναντήσει κανείς όταν καταδυθεί στο βάθος της ψυχής ενός παιδιού, εκεί που όλες οι συρμές είναι γάργαρες και η αθωότητα είναι καταστατική ιδιότητα και όχι εγκεφαλική ανακάλυψη. Δεν γνώρισα ποτέ άνθρωπο σαν τη Hanna, που να είναι τόσο συνεπής στην αναζήτηση της αξίας και του νοήματος της τέχνης της και την ίδια ώρα να είναι τόσο ευαίσθητος πυκνωτής και πομπός ενός τόσο σπαρακτικού φορτίου,σαν την ίδια μας την ύπαρξη. Ο σωματικός και ο πνευματικός χαρακτήρας στη δουλειά της ήταν αδιαίρετος και δεν δίσταζε να μετατρέπει το βάρος και το άχθος ενός πάσχοντος σώματος σε ακτινοβόλο σπινθήρα μιας υπέρτατης συμπαντικής έκρηξης. Η Hanna ήταν ένα supernova. Ένας καινοφανής αστέρας που πυρπολείται, φωτίζοντας το έρεβος και μετατρέποντας τη διαδρομή της σ’ ένα φωτεινό ίχνος στον ουρανό της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Σαν μια άλλη Φρίντα (Κάλο) κι αυτή, κατάφερε να δαμάσει το φυσικό πόνο και τα ανεξίτηλα σημάδια των ήλων που τη διαπερνούσαν στη σπονδυλική στήλη και να τα μετατρέψει σε χαράξεις και ανεπανάληπτα σημάδια μιας μυστικής ζωγραφικής συμφωνίας που ανακαλύφθηκε ίσως κάτω από τους προαιώνιους αρκτικούς πάγους, βαθιά μέσα στα απάτητα παρθένα δάση των τροπικών ,στο κέντρο της ίδιας της γης με το διάπυρο μάγμα που διατηρεί τη ζωή ή στους αστερισμούς του πιο λαμπρού γαλαξία και της πρωταρχικής αόρατης ύλης που συνέχει τον κόσμο από την ώρα της πρώτης μεγάλης του έκρηξης.

Η Hanna δεν πέθανε.’Εγινε αστέρι στον ουρανό , έγινε ένα μικρό κομμάτι αστρικής σκόνης , επέστρεψε στην πιο καταστατική και αιώνια στοιχείωση που μας επιφυλάσσει μια αναπότρεπτη κοινή μοίρα ,ένας σιγαλός κοσμικός ψαλμός που θα δοξολογεί στις εσχατιές του χρόνου τη ματαιότητα αλλά και το μεγαλείο της αλήθειας της ύπαρξης.


Οι γυναικείοι κορμοί της Hanna ,στο φεστιβάλ Touch του 2004, θυμάμαι ακόμη , τυλιγμένοι στην προστατευτική γάζα που απαλύνει τον πόνο, σαβανωμένοι ή με τις πάνες μιας κυοφορίας και μιας γέννας που αέναα εναλλάσσεται στην διάρκεια του χρόνου, αποτελούσαν το πιο συγκλονιστικό καλλιτεχνικό της θεώρημα , που έμοιαζε να μη συντονίζεται κατά κανένα τρόπο με τον εικονογραφικό «θόρυβο» που αναπτύσσονταν γύρω της αρνούμενος να συντονιστεί ή αδύναμος ακόμη και να κατανοήσει το λιγόλογο σπαραγμό της που έμοιαζε με μια μυστική προσευχή.΄Εναν από τους πίνακες αυτούς , αγοράζοντας από τη Hanna( ναι, η τέχνη όταν είναι μονάκριβη μπορεί να πληρώνεται κιόλας) έχω από τότε στη δική μου μικρή προσωπική συλλογή, πολύτιμο απόκτημα και μαζί εκκωφαντική θραύση της σοβαροφάνειας και της μετριότητας των εικόνων που καθημερινά μας περιβάλλουν.

Η Hanna δεν ήταν όμως μόνο η ζωγράφος.Ήταν και περφόρμερ , μίμος , αφηγητής και ηθοποιός μιας προσωπικής πάντα διήγησης που ξεκινούσε και κατέληγε στο δικό της πραγματικό – ή εγκεφαλικό – δεν έχει σημασία , μοναδικό σύμπαν. Η Hanna στο κέντρο ενός κόσμου -του δικού της – και μια αέναη κίνηση προσώπων , ιδεών, γεγονότων γύρω από αυτή τη σπαρακτική παρουσία , που αρνούνταν πάντα να υποταχθεί. Μόνο η γνωριμία με τη Hanna , μπόρεσε να αποενοχοποιήσει την αντίληψή μου για το «απόλυτο» και τώρα που έφυγε θαρρώ πως η μνήμη της θα αποτελεί για μένα μια διαρκή αφετηρία για τη νοσταλγία του.

Η Hanna ήταν ένας «αναγεννησιακός» άνθρωπος.Μορφωμένη βαθιά , συγκροτημένη και ευαίσθητη στο βαθύ αίτημα του ανθρώπου για ελευθερία και αυτοδιάθεση κυρίως προσωπική , δεν δίσταζε να αυτοσαρκάζεται και να στηλιτεύει τη γερμανική οργανωτικότητα και έπαρση, μιλώντας πάντα με δίκαιο και απροκατάληπτο τρόπο για τους παλιούς και τους «νέους» ναζί του κόσμου μας και αρνούμενη πάντα να συμβιβαστεί με τις όποιες υλικές απολαύσεις και κυρίως με την εξαθλίωση των εξουσιών που στρέφονταν πάντα εναντίον και υπονόμευαν την πρωταρχική ουσία και την αξία των ανθρώπινων υπάρξεων.Η βαθιά αντεξουσιαστική της διάθεση και η κατανόησή της και η λύπη της για το «θάνατο ενός αναρχικού» υπήρξαν ένα από τα θέματα που ανέδειξε με την εικαστική της κατάθεση , εκθέτοντας στη Γερμανία στο παρελθόν ,σε μια εποχή που η υστερία των νεοσυντηρητικών φαιοχιτώνων είχε αρχίσει να ανακτά πάλι το πάνω χέρι, ξεπερνώντας τις ακατάλυτες ενοχές του αιματηρού παγκόσμιου πολέμου. Η Hanna ήταν αντιναζί και αντιφασίστας, όχι κατά δήλωση αλλά με το έργο και τη συγκλονιστική εικονογραφική της έμπνευση που αρνιόταν επίμονα πάντα να υποταχτεί στην κυριαρχία του θεάματος και κυρίως να ενσωματωθεί σε μια ένοχη σιωπηλή συνενοχή με τις κάθε λογής αυθεντίες.

Η Hanna είχε τη λεπταίσθητη ακρίβεια ενός χειρούργου, πράγμα που είχε υποστεί και η ίδια πάνω στο ταλαιπωρημένο της σώμα και τη γοητευτική εικαστική γραφή ενός μεσαιωνικού ΄Αραβα μινιατουρίστα ή ενός γιαπωνέζου πολεμιστή που συνταίριαζε πάντα με μαγικό τρόπο την καλλιγραφία και τις πολεμικές τέχνες ,ως αδιαίρετη όψη ενός κοινού οράματος για την ύπαρξη.Με φοβερή θυμούμαι περιέργεια, που μετατράπηκε αργότερα σε ένα διαρκή θαυμασμό, προσπαθούσα να ανακαλύψω με τη δύναμη ενός μεγεθυντικού φακού, τις αχνοδουλεμένες και λεπτεπίλεπτες αδιόρατες γραμμές του ζωγραφικού υφαντού που ύφαινε πάνω στο στιμόνι της ύπαρξής της, δημιουργ΄ωντας ένα μύθο βαμμένο με τα πιο ανεξίτηλα σκουρόχρωμα και αναπάντεχα χρώματα μιας θείας βαφής. Η Hanna ήταν προικισμένη και μύστης μιας τέχνης που δεν κατακτάται , δεν διδάσκεται , δεν κωδικοποιείται.Υπήρξε δασκάλα που δίδαξε και έκανε δυο γιους που σύμφωνα με το συγκλονιστικό βιογραφικό της το 2003,είναι εκείνοι που όταν θα φύγει θα αποδεικνύουν πως υπήρξε και πέρασε και αυτή απ’ αυτή τη ζωή.

Η Hanna ήταν μια τραγική φιγούρα , όπως και όλοι εκείνοι που έμελλαν να μπουν στο εικονοστάσιο των προσωπικών μου Αγίων και να καθαγιάζουν με το πέρασμά τους από τούτη τη γη, την μόνη παρηγοριά που απέμεινε ως απάντηση στην ανθρώπινη θνητότητα. Τον έρωτα και την τέχνη. «Η Τέχνη θέτει εν έργω την αλήθεια των όντων» διατύπωνε με το εύρος ενός τεράστιου διανοητικά ανθρώπου ο Μάρτιν Χάϊντεγγερ, ο μέγιστος φιλόσοφος του 20ου αιώνα και «η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος κάτι να γνωρίσουμε» έγραφε στα τέλη του αιώνα ο ποιητής και ζωγράφος Ν.Εγγονόπουλος . Η Hanna δεν άντεξε να μείνει πια μαζί μας ή διάλεξε να φύγει μ’ ένα τρόπο που επέλεξε στην Κρήτη….. την κοινή μοίρα μας…Καλό ταξίδι Hanna…Σ’ ευχαριστούμε που υπήρξες για μας και συγχώρεσέ μας που δεν μπορέσαμε –εν τέλει- να σε κατανοήσουμε όσο θά' θελες κι η ίδια…

Odyss 9.4.08